Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΙΖ’

     Όπως εξηγηθώσιν όσον το δυνατόν τα συμβαίνοντα, χρήζομεν βραχείας εις το παρελθόν αναδρομής.
    Ενθυμούνται οι αναγνώσται ημών ότι η σ ε β ε μ ε μ έ κ είχε γίνει άφαντος εκ του χαρεμίου την αυτήν ημέραν, καθ’ ην είχεν ορμηθεί η κατά του Μηλιόνη εκστρατεία των αγάδων της Άρτης. Η σύμπτωσις αύτη είχεν αφορμήν την εξής:  η νεάνις διά ψυχολογικής βίας καταστάσα σύζυγος του Χαλήλ, κατετρόμαξεν, ότε η μήτηρ της έσπευσε να τη περιγράψη τας μελλούσας εντυπώσεις του πατρός, ότε ούτος θα εμάνθανε το μοιραίον τούτο γεγονός. Η φρίκη, η αγανάκτησις, η μανία, η απόγνωσις έμελλεν να αλλοιώσωσι το πρόσωπόν του. Ήτο ικανός να καταντήση εις το έπακρον της παραφοράς, ηδύνατο να φρυάξη, ν’ αφρίση, ηδύνατο να πνίξη άνθρωπον. Η Βάσω τόσον κατεπτοήθη εκ της τραγικής ταύτης εικόνος, ώστε προέτρεψε την μητέρα της να μείνη παρ’ αυτή, φοβουμένη κίνδυνον δι’ αυτήν εκείνην. Αλλ’ αδύνατον ήτο τούτο, είπεν η μήτηρ, τόσον χειρότερα αν έμενεν εκεί, τότε θα εφρύαττεν ο Κώστας κατά δύο ενόχων, τότε θα είχε πλείονας αθώους καθ’ ων να κατασκεδάσει την οργήν του, θα είχε τα τέκνα της. Και ταύτα ειπούσα η Μελάχρω, ενθυμήθη ότι ήτο καιρός ν’ απέλθει ήδη, και συνέτεμε κατά τινας ώρας την παρά τη κόρη επίσκεψίν της.
    Η Βάσω έμεινε μόνη, μόνη μετά των φοβερών εικόνων, αίτινες την ηπείλουν, μόνη μετά των φρικωδών φασμάτων, άτινα την κατεδίωκον. Ανελογίσθη ότι δεν είχε του λοιπού άλλο άσυλον ή τον τάφον, άλλον φίλον ή τον θάνατον. Δεν ηδύνατο λοιπόν να ελπίση ότι θ’ απηλλάσσετό ποτε της μισητής εκείνης ειρκτής, της φρικώδους εκείνης μετά του Τούρκου συμβιώσεως. Εάν ανέκτα την ελευθερίαν της, εις τί θα τη εχρησίμευεν αύτη; Να επιστρέψη προς τους γονείς της ήτο αδύνατον, ο πατήρ της έμελλε να την φονεύση. Να μείνη εκεί, να μείνη εις το σεράγι, να μείνη εις το χαρέμι; Αλλά τούτο ήτο εξ αρχής φρικώδες, ήδη δε μετά τας εξηγήσεις της μητρός της κατέστη αποτρόπαιον. Έως τότε ενόμιζεν ότι έσωζε τους γονείς της νυμφευομένη τον Τούρκον∙ του λοιπού η σκληρά αύτη παραμυθία της συνειδήσεως εξέλιπε. Τότε εν τη αδημονία της ανεμνήσθη τον σώφρονα και καλόν εκείνον νέον, όστις ήτο ο μνηστήρ της. Η μήτηρ της τη είχεν είπει, ότι ούτος ευρίσκετο πλησίον του Χρήστου Μηλιόνη. Η ανάμνησις φέρει την ανάμνησιν και τότε η Βάσω ενθυμήθη μετά στοργής τον αγαθόν και ανδρείον εκείνον καπετάνιον, τον νονόν της, ον είχε γνωρίσει ότε ήτο μικρά την ηλικίαν. Ω, να ήτο δυνατόν να έζη υπό την προστασίαν του, να ήτο δυνατόν να καταφύγει εις μέρος τι, εις γωνίαν τινά της γης, εις έρημόν τινα τόπον, όπου να εκτείνεται η προστάτις σκιά του μεγαλωνύμου εκείνου! Και η εικών αύτη τοσούτον ποθητή παρέστη εις τους νοερούς οφθαλμούς της νεάνιδος, ώστε παρ’ ολίγον θα επίστευεν εις το δυνατόν της πραγματικής εκτελέσεως. Όπως εν ονείρω η απόστασις του ποθουμένου από του ποθούντος παρίσταται τόσον βραχεία, ώστε συνήθως συγχέεται, ούτως εν τω δυστυχεί βίω, εν τη στυγνή πραγματικότητι, πιστεύει ο εγρηγορώς και ονειροπολών ότι δι’ ενός άλματος δύναται να φθάση εις το ποθούμενον.
    Αλλ’ ότε η πρώτη έξαψις παρήλθεν, η νεάνις, περιελθούσα εις την ψυχράν και περιεσκεμμένην κατάστασιν του δυστυχούντος και μη θέλοντος ν’ απελπισθή, ήρχισε να σκέπτηται επιμόνως περί της εκτελέσεως του σχεδίου τούτου. Είχεν ήδη προσελκύσει την συμπάθειαν της μαύρης Φατμάς, παρ’ ης εδιδάχθη πολλά πράγματα και ικανάς τουρκικάς λέξεις. Προσέτι έμαθε παρ’ αυτής, ότι οι Τούρκοι έμελλον να εκστρατεύσωσιν όσον ούπω κατά του νονού της, έμαθε και την ημέραν καθ’ ην έμελλε να ορμηθή εξ Άρτης η εκστρατεία. Όσον διά τα κλειδία των θυρών, των τε ένδοθεν και των μεταύλων, η μαύρη, ήτις ηγάπα πολύ το χασίς και το όπιον, δεν επολυπραγμόνει και τα άφηνεν όπου ήθελε τύχει. Υπελείπετο να προμηθευθή η Βάσω ένα ιματισμόν, μίαν πιστόλαν και έν γιαταγάνι του Χαλήλ αγά και τούτο δεν ήτο πολύ δύσκολον. Ο αγάς άφηνε συνήθως τα ενδύματά του, το σελάχι του και τα όπλα του εις τους γυναικωνίτας. Αγνοείται αν έπραττε τούτο κατά τύχην ή επίτηδες προς εκφοβισμόν των γυναικών. Η Βάσω μαθούσα ότι την επαύριον έμελλεν η εκστρατεία να εκκινήσει, περιεβλήθη τα ενδύματα και τα όπλα του αγά, ήρπασε τας κλείδας της Φατμάς και έγινεν άφαντος.
    Η δύστηνος κόρη έτρεμεν όλη, πράττουσα ταύτα. Εν τούτοις ο σκοπός της δεν ήτο να μεταβεί εις το λημέρι του νονού της, πολύ απείχε του να σκεφθεί τούτο. Ήθελε μόνον να πορευθή μακράν της Άρτης και πλησίον εις τα κατατόπια του κλέφτου. Η καλλίστη δε προς τούτο ευκαιρία ήτο ν’ αναμειχθή μετά των Τούρκων ως είς αυτών και ν’ απομακρυνθή. Το λυκαυγές της πρωίας θαυμασίως εβοήθει τους σκοπούς της, ουδείς την εγνώριζεν, ουδείς ηδύνατο ευθύς να υποπτεύση το φύλον της. Εν τούτοις έτρεμε και ότε υπερέβη τον ουδόν του χαρεμίου και επάτησεν εις το έδαφος της οδού, είχε ματαμεληθεί ήδη. Επεθύμει να επιστρέψει οπίσω, αλλ’ εφοβείτο μη πάθη χειρότερα. Εάν την έβλεπέ τις εκ των αντιζήλων της εν τω χαρεμίω, θα την κατήγγελλεν εις τον αγάν και πώς να εξηγήση τότε το αλλόκοτον διάβημά της; Όλοι έμελλον να την εκλάβωσιν ως παράφρονα ή ως ένοχον συνωμοτούσαν κατά της ζωής του εφέντη. Έκαμε το σημείον του σταυρού και προέβη.
    Ότε ο στρατός απεμακρύνθη εκ της πόλεως και η Βάσω ανέπνευσε τον αέρα του βουνού, ανέλαβε θάρρος. Το στήθος της πρώτην φοράν εισέπνεεν ελευθέρως και η καρδία της εσκίρτα. Αλλά μετά την ανατολήν του ηλίου, ότε τινές των αγάδων ήρχισαν να την κοιτάζωσι μετά περιεργείας, πάλιν εφοβείτο. Προσεπάθει ν’ αποκρύπτη όσον ηδύνατο το πρόσωπόν της από των αδιακρίτων βλεμμάτων, έφερε δε και το σαρίκιον πυκνώς και αδεξίως, περιτετυλιγμένον περί την κεφαλήν. Αλλ’ ότε η συνοδεία έφθασεν εις τον πρώτον σταθμόν και αντήχησε το προκηρυχθέν υπό του Κλεισούρα πρόσταγμα, τίς των πιστών μουσουλμάνων ήθελε να προέλθη ως διαγγελεύς, κομίζων επιστολήν προς τον Χρήστον Μηλιόνην, η Βάσω ούτ’ εσκέφθη ούτ’ εδίστασεν αλλ’ άμα ακούσασα την λιγύφθογγον μολπήν του κήρυκος (όστις κατά το τουρκικόν έθος ανέβη επί δένδρου και ερραψώδησε κατά τον ασιατικόν τρόπον τας λέξεις), έσπευσε να παρουσιασθή πρώτη και μόνη αυτή.
    Εκείνο όπερ την εξέπληξεν, ήτο η αυθόρμητος πρόσοδος και δευτέρου εθελοντού και πολλώ μάλλον η παρ’ αυτού διαβεβαίωσις, ότι εγνώριζεν αυτήν. Εις μάτην η Βάσω εβασάνισε την μνήμην της, ουδαμού είχεν ιδεί τον άνθρωπον εκείνον. Έπειτα ούτος τη εφάνη τόσον παράδοξος, τόσον αλλόκοτος, ώστε ηπόρει και αυτή τί να πιστεύση. Προκριτότερον θα ήτο δι’ αυτήν, αν και ήτο δειλή ως νεαρά γυνή και άπειρος, ν’ απήρχετο μόνη εις την αποστολήν εκείνην. Δεν εγίνωσκε τας οδούς, αλλ’ όμως ήρκει ν’ απομακρυνθή από της στρατιωτικής συνοδείας και ο τελευταίος δεσμός διερρήγνυτο. Η αμηχανία αύτη, η εκ της απειρίας και της δειλίας απορρέουσα, ουδέν θα ήτο απέναντι της αγαλλιάσεως, ην θα εποίη αυτή η από των Τούρκων απομάκρυνσις, αλλ’ η παρουσία του αγνώστου εκείνου ήτο ως προέκτασις των συνεχόντων αυτήν δεσμών. Πας άνθρωπος θα ησθάνετο αυτόματον ορμήν ευγνωμοσύνης προς τον απροσδόκητον συνήγορον, όστις θα προσήρχετο ούτως αρωγός και επίκουρος της παραβόλου επιχειρήσεως αυτού. Αλλ’ εις ην θέσιν ευρίσκετο η Βάσω, το πράγμα είχεν άλλως. Αυτή εζήτει μόνον ν’ απομακρυνθεί από των εξ ανάγκης συνοδοιπόρων της, αναλογιζομένη ότι τα μέλλοντα δεν ηδύναντο να είναι χείρονα των παρελθόντων. Δεν την έμελε τί ήθελεν απαντήσει καθ’ οδόν, ουδέ πώς έμελλε να οδοιπορήση εις αγνώστους τόπους. Ήρκει ν’ απαλλαχθή της απεχθούς παρουσίας των συνοδοιπόρων της.
    Τα μετά ταύτα διηγήθημεν εν τοις έμπροσθεν κεφαλαίοις. Έν μόνον οφείλομεν να προσθέσωμεν. Αφού ο Καμπόσος προέβη εις την αλλόκοτον εκείνην και απίστευτον εξομολόγησιν, ήτις ηδύνατο ν’ ανορθώση τας τρίχας της κεφαλής της ακροωμένης, αν δεν τας περιέσφιγγε το σαρίκιον, αφού απέτυχεν εις την απόπειραν του ν’ αναγκάση αυτήν να τω ανακοινώση τας ιδίας αυτής γνώμας, τελευταίον η Βάσω δεν παρέλιπε ν’ απευθύνη προς αυτόν μίαν ερώτησιν, την εξής:
    -Δε μου λες, γιατί θέλησες, να ’ρθής μαζί μου εις αυτόν το δρόμο;
    Ο Καμπόσος εδίστασε μικρόν, πριν ν’ απαντήση. Τέλος είπεν·
    -Είδα που ήταν ανάγκη. Οι αγάδες δεν ήθελαν να πάνε.
    Η απάντησις αύτη δεν ήτο βεβαίως συμπερασματική δι’ άνθρωπον δυσκόλως πειθόμενον. Η Βάσω απηύθυνε και δευτέραν ερώτησιν·
    -Και γιατί είπες ψέματα ότι μ’ εγνώριζες; Με είχες ξαναϊδεί ποτέ;
    -Το έκαμα διά να σε γλιτώσω από την μπερδεψιά εκείνην, είπεν ο Καμπόσος.
    Ίσως αι δύο αύται απαντήσεις πόρρω απείχον της αληθείας. Αλλά πιθανώς δεν είχεν ο άνθρωπος εκείνος ακριβή συνείδησιν των αφορμών, αίτινες ώθησαν αυτόν εις το διάβημα. Το κατ’ εμέ, νομίζω ότι το φύσει ραδιουργικόν και κατοπτευτικόν πνεύμα του ανθρώπου τούτου, ήτο το μόνον κινήσαν αυτόν αίτιον ίνα προσέλθει αυθόρμητος εις την παράβολον εκείνην αποστολήν. Ο σκοπός του ήτο ίσως να κατασκοπεύση τας θέσεις και τα ταμπούρια των κλεπτών και να πωλήση εις τους Τούρκους μεγαλυτέραν δούλευσιν ή όση συνίστατο εις τα κόμιστρα και εις την εγχείρισιν της επιστολής.
    Ίσως προσέτι, θα ερωτήσωσιν οι αναγνώσται ημών, ποίαν αφορμήν είχεν ο Καμπόσος να διηγηθή προς τον άγνωστον αυτώ νέον ούτω προχείρως την ιστορίαν του; Πρόσωπον τοιούτον ως πρώτην αρετήν έπρεπε να έχει την εχεμυθίαν και την κρυψίνοιαν. Τούτο είναι αληθές. Αλλ’ ουδέν συμφέρον είχεν ο άνθρωπος ούτος ν’ αποκρύπτη από των Τούρκων την ιστορίαν του, τουναντίον είχε συμφέρον να καθιστά αυτήν φανεράν. Η άκρα νεότης και η συμπαθής μορφή του νομιζομένου Τούρκου τω ενέπνευσεν εμπιστοσύνην. Ουδεμίαν αφορμήν είχεν απ’ αρχής να υποπτεύση ότι το σχήμα, όπερ έφερεν εκείνος, ήτο πλαστόν. Άλλως τόσω προθυμότερον έκλινεν εις το να διηγήται την ιστορίαν του προς πάντα μουσουλμάνον, όσω ησθάνετο είδός τι υπερηφανίας διηγούμενος αυτήν. Μηδείς απορήση διά τούτο. Ο άνθρωπος ούτος εσεμνύνετο, διότι κατόρθωσε δήθεν να λύση πρόβλημα άλυτον προ αυτού, το να είναι Τούρκος χωρίς ν’ αλλαξοπιστήση. Έτρεφε δε βαθείαν περιφρόνησιν προς πολλούς άλλους Ρωμιούς του τότε χρόνου, οίτινες ουδέν κατόρθωσαν εξομόσαντες. Πάς εξωμότης έπαυε να είναι Χριστιανός, αλλά δεν εγίνετο και Τούρκος, διά το φύσει αδύνατον του πράγματος. Ο τοιούτοι δε άνθρωποι κατήντων εις οικτράν και γελοίαν θέσιν, διότι ούτε οι Χριστιανοί τους ήθελον πλέον ως Χριστανούς ούτε οι Τούρκοι τους εδέχοντο ως Τούρκους. Αλλά τούτο πάσχουσι και άλλοι πολλοί…