Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΙΣΤ’

     Ήτο νυξ βαθεία. Εις το λημέρι του Χρήστου Μηλιόνη πάντες εκοιμώντο, πλην των συνήθων φρουρών. Εις το σκότος διεγράφοντο υψίκομοι ελάται, ων οι σαλευόμενοι υπό του ανέμου κλώνες, απετέλουν ελαφρόν διά των φύλλων θρουν. Ηκούετο μεμακρυσμένος ο μορμυρισμός του ρύακος και από καιρού εις καιρόν ο μονότονος μινυρισμός του γκιώνη, θρηνούντος τον αδελφόν του, κατά τον δημώδη μύθον. Είς των δύο φρουρούντων μονομάτων έμελπε κλέφτικον άσμα, ο δ’ έτερος από της σκοπιάς του τω εσύριζε να μη μεγαλοφωνεί, αλλά να τείνει τα ώτα και να είναι προσεκτικότερος. Τότε ο πρώτος φρουρός τω έκραζεν επιρρίνως:
    -Αμ’ δεν τραγουδάω με τ’ αυτιά, σύντροφε, με το στόμα τραγουδάω.
    -Ναι, μόνε μου κουφαίνεις τ’ αυτιά, έλεγεν εκείνος.
    -Δε φοβάσαι, εσύ τα ’χεις μεγαλύτερα, τω είπεν ο πρώτος.
    -Και συ μεγαλύτερα ακόμα και τα κατσουλώνεις, απήντησεν ο έτερος.
    -Ε, δα, με τα χωρατά σου τα καταφέρνεις.
    -Και συ ακόμα καλλιώτερα.
    Και ούτως ο διάλογος εξηκολούθει και ο δεύτερος δεν κατώρθου μεν να εμποδίση τον σύντροφόν του να άδη κλέφτικα άσματα, αλλά τον ηνάγκασε τουλάχιστον να ομιλή εις τον πεζόν λόγον.
    Εν τούτοις απεδείχθη μετ’ ολίγον, ότι ο δεύτερος μονόματος είχε μεγαλύτερον ή ο πρώτος δίκαον, διότι ηκούσθη ευκρινώς κρότος ανθρωπίνων βημάτων υπό τον βράχων, εφ’ ου εκάθηντο αμφότεροι. Ευθύς ως ήκουσαν τον ελαφρόν κρότον, αμφότεροι οι κλέφται ύψωσαν τα καριοφίλια. Τα τσακμάκια εσηκώθηκαν. Οι δύο μονόματοι συνέσχον την αναπνοήν εις τα πλατέα στήθη.
    Και πάλιν κρότος ηκούσθη. Ο δεύτερος κλέφτης έδωκε φωτιά.
    -Μη χτυπάτε! αντήχησε τότε πεπνιγμένη κραυγή.
    Ο πυροβολήσας φρουρός, εκείνος όστις προέτρπε τον σύντροφόν του να μη τραγωδή, ανεσκίρτησεν εις τον ήχον της φωνής ταύτης.
    -Μη ρίχνεις εσύ! έκραξεν αυθορμήτως προς τον σύντροφόν του.
    -Τι είναι; Τι έχεις;
    Και ο δεύτερος κλέφτης όρμησε να καταβή από του βράχου.
    -Μη ρίξετε άλλο! Ελάτε να τον πιάσετε! ηκούσθη καθαρά φωνή κάτωθεν του κρημνού.
    Ο νέος κλέφτης τρέμων, πνευστιών, έφθασεν εις την ρίζαν του βράχου. Ήθελε να ομιλήση και η φωνή του είχε κοπή. Τέλος ηδυνήθη ν’ανακράξη:
    -Πευκόραχε! Μη ρίχνης άλλη, για όνομα Θεού.
    -Τι έπαθες; ηρώτα ο πρώτος των κλεφτών.
    -Νίκο! Νίκο! Εσύ είσαι! ηκούσθη το τρίτον η κάτωθεν του βράχου φωνή.
    -Εγώ, έκραξεν αγωνιών ο νέος. Σε ηύρε το βόλι;
    -Όχι, τίποτε! Ελάτε να τον πιάσετε∙ τρέξετε.
    -Ποιον;
    -Αυτόν, αυτόν, είναι προδότης.
    Ο πρώτος των φρουρών, ο Πευκόραχος ονομασθείς, έσπευσε και εκείνος να κατέλθη από του βράχου χωρίς να γινώσκει τι συνέβαινε.
    Δι’ ολίγων διασκελισμών ο Νίκος έφθασεν ήδη εις τον θάμνον και είδεν όπισθεν αυτού περίεργον σκηνήν. Νέος τις, εκείνος όστις είχε κράξει δις, προσεπάθει να κρατή τον σύντροφόν του, όστις ηγωνίζετο να φύγη, σκληρά δε πάλη είχε συναφθή μεταξύ των δύο. Ολίγον έτι, και ο νέος έμελλε να καταβληθή. Ο Νίκος φθάσας ήρπασε με στιβαράν χείρα τον άγνωστον εκείνον, όστις εζήτει να φύγη, χωρίς να λάβη τον κόπον να εξηγήση το αίτιον της παρουσίας του.
    Δύο λέξεις είπεν ο Νίκος προς τον έτερον νέον.
    -Λαβώθηκες!
    -Όχι, είπεν εκείνος.
    Ο Νίκος αφήκε κραυγήν. Το αίμα έρρεε διά των ενδυμάτων του νέου.
    Ο Νίκος αυθορμήτως άφησε τον άλλον, ον είχε συλλάβει και η προσοχή του εστράφη όλη προς τον τραυματίαν.
    -Είσαι ματωμένη! Ματώθηκες, έκραξε μετά σπαραγμού. Και φταίγω εγώ, εγώ έρριξα!…
    -Κράτησε αυτόν, να μη φύγη! έκραξεν ο πληγωμένος.
    Αλλ’ εν τω μεταξύ είχε φθάσει και ο Πευκόρραχος, όστις είχε πολλώ στιβαροτέρους τους βραχίονας κα αι περισφίξεις του ουδέν το θωπευτικόν είχον.