Χρήστος Πασαλάρης
1925 – 2018

Χρήστος Πασαλάρης

Ο Χρήστος Πασαλάρης υπήρξε διακεκριμένος δημοσιογράφος, «δάσκαλος» της δημοσιογραφίας, που με τη ζωή, τη δράση του, την οξυδερκή πέννα του και τη συγγραφική του δραστηριότητα σημάδεψε τον ελληνικό Τύπο, αλλά και την πολιτική ζωή του τόπου. Πρόσφερε στην ενημέρωση για πάνω από 75 χρόνια, ως συντάκτης, διευθυντής εφημερίδων και περιοδικών και αρθρογράφος μέχρι την τελευταία ώρα.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 1925. Ο πατέρας του έδρασε στο γαλλικό σοσιαλιστικό κίνημα και η μητέρα του, γεννημένη στο Μοναστήρι, ήταν κόρη του Μακεδονομάχου Ναούμ Κωνσταντινίδη, οπλαρχηγού του Παύλου Μελά.

Σπούδασε Ιατρική και Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα και Δημοσιογραφία στις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έδρασε στον παράνομο Τύπο της Αντίστασης, με το ψευδώνυμο «Αλέξης», μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ. Συνελήφθη από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε στο Γουδί και στο Χαϊδάρι.

Ο Χρήστος Πασαλάρης ξεκίνησε την επαγγελματική καριέρα το 1946 στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» ως αθλητικός συντάκτης και αρχισυντάκτης. Το 1946 εξορίστηκε στη Μακρόνησο ως τα τέλη του 1950, μαζί με τους Μίκη Θεοδωράκη, Θανάση Κανελλόπουλο, Κώστα Δεσποτόπουλο, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Γιάννη Βούλτεψη και άλλους.

Μετά την απόλυσή του, το 1951 εργάστηκε ως αρχισυντάκτης στις εφημερίδες «Ταχυδρόμος», «Έθνος», «Φιλελεύθερος», «Αθηναϊκή» και «Εμπρός». Συνεργάτες του υπήρξαν τότε οι Αλέκος Φιλιππόπουλος, Γιάννης Καψής, Τάκης Λαμπρίας, Δημήτρης Μαρούδας, Νίκος Φώσκολος, Κώστας Πρετεντέρης, Αλέκος Σακελλάριος, Κωστής Χαιρόπουλος, Νταίζη Μαυράκη και άλλοι. Στενός του φίλος μέχρι την τελευταία ώρα ο Μανώλης Γλέζος.

Από το 1953 εργάστηκε επί 17 χρόνια στο συγκρότημα Λαμπράκη ως Αρχισυντάκτης και Διευθυντής Σύνταξης στην εφημερίδα «Τα Νέα». Αποχώρησε το 1970 λόγω πολιτικής διαφωνίας με την ιδιοκτησία, όπως για τον ίδιο λόγο είχε αποχωρήσει και από το «Εμπρός».

Από το 1970 ως το 1974 ήταν διευθυντής στο περιοδικό «Επίκαιρα» του Γιάννη Πουρνάρα, με ξεχωριστούς συνεργάτες τον Φρέντυ Γερμανό, τον ΚΥΡ (Γιάννη Κυριακόπουλο), τον Νίκο Μαστοράκη, τον Γιώργο Λιάνη, τον Γιώργο Μπέρτσο, οδηγώντας το περιοδικό σε μεγάλες κυκλοφορίες. Αποχώρησε και πάλι, όμως, λόγω πολιτικής διαφωνίας με την ιδιοκτησία. Λίγο πριν από την πτώση της χούντας εκλήθη να διευθύνει την τιμωρημένη «Βραδυνή», η οποία τον Ιούλιο του 1974, με την επάνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή ξεπέρασε τα 300.000 φύλλα. Μετά την αποχώρησή του από τη «Βραδυνή», λόγω και πάλι πολιτικής διαφωνίας με την ιδιοκτησία, κλήθηκε το 1975 να διευθύνει την «Απογευματινή» του Νάσου Μπότση, που επί πολλά χρόνια διατήρησε την κορυφαία θέση στην κυκλοφορία.

Τον Απρίλιο του 1983, μετά το θάνατο του Νάσου Μπότση και λόγω πολιτικής πάλι διαφωνίας με τον εκδότη Νίκο Μομφεράτο, δέχθηκε πρόταση του Άρη Βουδούρη για τη δημιουργία του «Ελεύθερου Τύπου», με επιτελείς τον Γιάννη Βούλτεψη και τον Ανδρέα Μπόμη. Η εφημερίδα κατέρριψε αμέσως ρεκόρ κυκλοφορίας με 250.000 φύλλα. Η συνεργασία, όμως, με την ιδιοκτησία δεν μακροημέρευσε, λόγω και πάλι διαφωνίας σε θέματα πολιτικής και δεοντολογίας.

Αμέσως μετά ο Χρήστος Πασαλάρης ως διευθυντής της «Μεσημβρινής» τετραπλασίασε την κυκλοφορία της, διατηρώντας παράλληλα το κύρος της. Από το 1990 ως τον Ιούνιο του 2009 εργάστηκε ως διευθυντής ή σύμβουλος έκδοσης και αρθρογράφος στις εφημερίδες «Απογευματινή» και «Ελεύθερος Τύπος» και από το 2014 ως κύριος αρθρογράφος και σύμβουλος έκδοσης στην εφημερίδα «Realnews». Ακολούθησε η συνεργασία του με την «Ελευθερία του Τύπου» του συγκροτήματος Μαρινάκη.

Από το 1968 έως το 2015 εργάστηκε ως καθηγητής δημοσιογραφικών σπουδών σε σχολές δημοσιογραφίας, πλήθος δε γνωστών δημοσιογράφων υπήρξαν μαθητές του. Ειδικά, η «Απογευματινή», ο «Ελεύθερος Τύπος» και η «Μεσημβρινή» υπήρξαν τα «μεγάλα σχολεία» της ελληνικής δημοσιογραφίας, με το δίδυμο Πασαλάρη - Βούλτεψη να δημιουργούν τη νέα γενιά δημοσιογράφων. Ανάμεσά τους, η Σοφία Βούλτεψη, ο Νίκος Χατζηνικολάου, ο Άρης Πορτοσάλτε, ο Θοδωρής Δρακάκης, ο Πέτρος Καρσιώτης, η Λιάνα Κανέλλη, η Νίτσα Λουλέ, η Πηνελόπη Γαβρά, η Αγγελική Νικολούλη, η Μαρία Χούκλη, η Μάρω Λεονάρδου και πολλοί άλλοι. Παράλληλα, ως καθηγητής στη δημοσιογραφική σχολή του «Αντέννα», δίδαξε και την επόμενη γενιά δημοσιογράφων.

Πολυβραβευμένος, παρασημοφορήθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 με τον Χρυσό Φοίνικα. Δύο φορές τιμήθηκε με το Βραβείο Μπότση από το Ίδρυμα Μπότση (1986 και 1998) για την ευδόκιμη υπηρεσία του, από το «Ίδρυμα Ιπεκτσί» (1989) για το καλύτερο ρεπορτάζ, από την Ακαδημία Αθηνών (1985) για το βιβλίο του «Μια ζωή τίτλοι» και από το Δήμο Αθηναίων με χρυσό μετάλλιο για την προσφορά του στο λειτούργημα.

Τιμήθηκε, επίσης, από το ελληνικό κράτος με το μετάλλιο αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, όπως επίσης και από την οργάνωση «Μπουμπουλίνα» για τον ίδιο λόγο. Το Ίδρυμα «Μαριάννα Βαρδινογιάννη» τον τίμησε για την προσφορά πινάκων της συζύγου του, της ζωγράφου Λούης Σηλυβρίδου – Πασαλάρη (1924-2005), για τα καρκινοπαθή παιδιά, ενώ η Βουλή καθιέρωσε το «Ετήσιο βραβείο κοινοβουλευτικού ρεπορτάζ» στο όνομα του Χρήστου Πασαλάρη.

Πολυγραφότατος, έγραψε τα βιβλία «Πώς να γίνετε δημοσιογράφος» (1970), «Οι άσσοι της αστροναυτικής» (1970), «Καλημέρα νέα τεχνολογία» (1983), «Η πράσινη αλεπού» (1987), «Μια ζωή τίτλοι» (1989), «Στου κουφού την πόρτα» (1992), «Οι βαρόνοι των Media» (2008), «Όρτσα και μη φοβάσαι» (1994), «Την αλήθεια και ας πονάει» (2002, δύο εκδόσεις), «Η ιστορία του Τύπου» (2006), «Κάθε παλιό να σβηστεί» (2015). Τα τελευταία χρόνια διέθετε το σύνολο των εισπράξεων των βιβλίων του υπέρ των απόρων σπουδαστών της δημοσιογραφίας.

Ο Χρήστος Πασαλάρης πέθανε στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2018, σε ηλικία 92 ετών.