Δημήτριος Λαμπράκης
1887 – 1957

Δημοσιογράφος και εκδότης, από τους σημαντικότερους παράγοντες της ελληνικής δημοσιογραφίας. Ιδρυτής του δημοσιογραφικού οργανισμού, που είναι γνωστός και ως «Συγκρότημα Λαμπράκη».

Ο Δημήτριος Λαμπράκης γεννήθηκε στο Βάμο Χανίων το 1887. Σε ηλικία 10 ετών αναγκάστηκε να πάρει τα βουνά, εξαιτίας των επαναστατικών συνθηκών, που επικρατούσαν στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη. Εκεί, ο μικρός Δημήτρης προσέφερε τις υπηρεσίες του στους τραυματίες αγωνιστές ως νοσοκόμος.

Μετά το τέλος των γυμνασιακών του σπουδών στα Χανιά, εγκατέλειψε την Κρήτη για να λάβει μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα, όπου διακρίθηκε για το θάρρος και την ανδρεία του. Συνελήφθη από τους Τούρκους και καταδικάσθηκε σε θάνατο, αλλά αμνηστεύθηκε μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908). Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κρήτη, αλλά μετά από λίγο ξαναγύρισε στη Μακεδονία, όπου αναδείχθηκε ως ένας από τους ικανότερους πράκτορες του Μακεδονικού Αγώνα. Συνελήφθη εκ νέου, αλλά αποφυλακίστηκε με εγγύηση, που κατέβαλε η ελληνική κυβέρνηση.

Μετά από σύντομη παραμονή στην Κρήτη, εγκαταστάθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής, όπου εξέδωσε την πρώτη του εφημερίδα. Το 1912, μετά την κήρυξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, επέστρεψε στην Ελλάδα και κατατάχθηκε ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό.

Το 1914 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα και ξεκίνησε τη μακρά δημοσιογραφική του καριέρα. Αρχικά, εργάστηκε ως συντάκτης στην εφημερίδα «Πατρίς», της οποίας αργότερα έγινε διευθυντής. Το 1922 ίδρυσε με πολιτικούς παράγοντες του βενιζελικού χώρου (Καραπάνος, Ρούσσος, Διομήδης, Τσουδερός, Εξηντάρης, Ρέντης) και με την οικονομική συνδρομή του επιχειρηματία Πρόδρομου Μποδοσάκη - Αθανασιάδη, την εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», της οποίας το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε στις 6 Φεβρουαρίου.

Ο Λαμπράκης υπήρξε από την αρχή η ψυχή της εφημερίδας και από το Νοέμβριο του 1923 έμεινε και τυπικά ο μόνος ιδιοκτήτης και εκδότης. Το «Ελεύθερον Βήμα» με την πάροδο του χρόνου έγινε το κύριο όργανο των Φιλελευθέρων και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, ανάλογο με την «Καθημερινή» του Γεωργίου Βλάχου, που ήταν η «ναυαρχίδα» του αντιβενιζελικού στρατοπέδου.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου ήλθε σε σύγκρουση μαζί του και διώχθηκε. Με την επανέκδοση της εφημερίδας του βρέθηκε, όπως ήταν φυσικό, στο πλευρό των Φιλελευθέρων. Αρχικά, στήριξε την οικουμενική κυβέρνηση Ζαΐμη και από τον 1928 τάχθηκε υπέρ του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον οποίο στήριξε καθ’ όλη τη διάρκεια της τετραετίας του. Κατά τα γεγονότα του Μαρτίου του 1935, που ακολούθησαν το κίνημα Πλαστήρα, διώχθηκε εκ νέου. Μετά την επανέκδοση του «Ελευθέρου Βήματος» το Μάιο του 1935, υπέδειξε με την αρθρογραφία του στον Ελευθέριο Βενιζέλο να αποχωρήσει της πολιτικής.

Ο Δημήτριος Λαμπράκης συνέδεσε το όνομά του και με άλλες εκδόσεις εντύπων. Στις 11 Απριλίου 1926 κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Οικονομικός Ταχυδρόμος», με σκοπό «να επικρατήσουν εις τον τόπον μας υγιείς δημοσιονομικαί και οικονομικαί αρχαί». Στις 28 Μαΐου 1931 εξέδωσε την εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» και στις 29 Μαΐου 1932 την εφημερίδα «Η Φωνή του Λαού», η οποία διέκοψε την κυκλοφορία της δύο χρόνια αργότερα.

Με την έναρξη της γερμανικής κατοχής, ο Λαμπράκης εκχώρησε τους τίτλους των εντύπων του στους εργαζομένους και ο ίδιος ανεχώρησε στη Μέση Ανατολή. Μετά την απελευθέρωση επανεξέδωσε τις δύο εφημερίδες του με τους σημερινούς τους τίτλους, «Το Βήμα» και «Τα Νέα», ενώ από το 1954 μετέτρεψε τον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» σε εβδομαδιαίο περιοδικό.

Ο Δημήτριος Λαμπράκης πέθανε στην Αθήνα στις 12 Αυγούστου 1957, σε ηλικία 70 ετών. Από τον Σεπτέμβριο του 1926 ήταν νυμφευμένος με την Έλζα Τσαουσοπούλου (1908-2012), με την οποία απέκτησε τρία παιδιά, τη Λένα, την Άννα και τον Χρήστο (1934-2009), ο οποίος ανέλαβε τη διεύθυνση του εκδοτικού συγκροτήματος μετά το θάνατο του πατέρα του.

Ο Δημήτριος Λαμπράκης δεν άφησε εποχή ως αρθρογράφος, όπως ο Γεώργιος Βλάχος της «Καθημερινής», αλλά διακρίθηκε κυρίως ως εκδότης και πολιτικός παράγοντας. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις του τόπου και καθόρισε σημαντικά τις ζυμώσεις και τις ανακατατάξεις του κεντρώου χώρου. Πολλοί από τους συνεργάτες του κατέλαβαν υψηλά πολιτικά αξιώματα, ενώ ο ίδιος δεν τα δέχθηκε, αν και κατ’ επανάληψη του προσφέρθηκαν.