Γουίλιαμ Μόρις
1834 – 1896

Άγγλος σχεδιαστής, χειροτέχνης, ποιητής και πρωτεργάτης της σοσιαλιστικής ιδέας. Τα σχέδιά του για έπιπλα, υφάσματα και διάφορα διακοσμητικά αντικείμενα οδήγησαν στη δημιουργία του Κινήματος Αρτς Εντ Κραφτ (Arts and Crafts Movement), που επέφερε επανάσταση στο βικτωριανό γούστο.

Ο Γουίλιαμ Μόρις (William Morris) γεννήθηκε στο Γουόλθαμστοου του βορειοανατολικού Λονδίνου στις 24 Μαρτίου 1834. Γόνος εύπορης οικογένειας, αποφοίτησε από το Κολέγιο Έξετερ της Οξφόρδης και έντονα επηρεασμένος από τα κείμενα του ζωγράφου και τεχνοκριτικού Τζον Ράσκιν, έπιασε δουλειά στο γραφείο τού αρχιτέκτονα Τζορτζ Στριτ, οπαδού τού νεογοτθικού ρυθμού. Συγχρόνως, άρχισε να γράφει ποιήματα, που τυπώθηκαν αργότερα με τίτλο «The Defense of Guenevere and Other Poems» («Η υπεράσπιση της Γκουίνεβερ και άλλα ποιήματα»).

Θαυμαστής της μεσαιωνικής τέχνης, την οποία γνώρισε από κοντά ταξιδεύοντας στο Βέλγιο και στη βόρεια Γαλλία μαζί με τον Στριτ και τον φίλο του ζωγράφο Μπερν-Τζόουνς, εγκατέλειψε την αρχιτεκτονική για τη ζωγραφική, μετά τη γνωριμία του με τον προραφαηλίτη ζωγράφο και ποιητή Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι. Ήδη το 1859 είχε την ιδέα, μαζί με τον φίλο του αρχιτέκτονα Φίλιπ Γουέμπ, να ιδρύσει μια εταιρεία με «εργάτες καλλιτέχνες», που ασχολήθηκε με τη σχεδίαση και κατασκευή υαλογραφιών, επίπλων και ταπετσαριών.

Παράλληλα με τις σχεδιαστικές του δραστηριότητες, ο Μόρις ασχολήθηκε με την ποίηση και δημοσίευσε διάφορες ποιητικές συλλογές, με θέματα βασισμένα σε κλασικές και μεσαιωνικές πηγές, όπως: «The Life and Death of Jason» («Η ζωή και ο θάνατος τού Ιάσονα», 1867), «The Earthly Paradise» («Ο Επίγειος Παράδεισος», 1868-1870) και το επικό «Story of Sigurd the Volsung and the Fall of the Niblungs» («Ιστορία του Σίγκουρντ και της πτώσης των Νιμπελούγκεν», 1876).

Ύστερα από διάφορες διακυμάνσεις, η εταιρεία αναδιοργανώθηκε και το 1875 ο Μόρις άρχισε τα επαναστατικά του πειράματα με τις φυτικές βαφές, δημιουργώντας θαυμάσια υφαντά, χαλιά και ταπετσαρίες τοίχου. Το 1882 δημοσιεύθηκε η πρώτη συλλογή των διαλέξεών του με τίτλο «Hopes and Fears for Art» («Ελπίδες και Φόβοι για την Τέχνη»). To 1877 ίδρυσε την Εταιρεία Προστασίας των Αρχαίων Μνημείων.

Μέλος της Δημοκρατικής (μετέπειτα Σοσιαλδημοκρατικής) Ομοσπονδίας, πολέμησε για την ιδέα τού σοσιαλισμού. Από τους πρωτεργάτες της Σοσιαλιστικής Ένωσης, ίδρυσε στη συνέχεια τη Σοσιαλιστική Εταιρεία του Χάμερσμιθ. Το 1891 εγκαινίασε το τυπογραφείο Κέλμσκοτ (από την ονομασία τής αγροικίας του) και σχεδίασε ο ίδιος τρεις τυπογραφικούς χαρακτήρες: τον «Golden Type» («Χρυσό Tύπο»), τον «Troy type» («τύπο Τρόι») και τον «Chaucer type» («τύπο Τσώσερ»).

Ο Γουίλιαμ Μόρις πέθανε στις 3 Οκτωβρίου 1896 στο Χάμερσμιθ του Δυτικού Λονδίνου, σε ηλικία 62 ετών.

Σήμερα, ο Μόρις θεωρείται μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του 19ου αιώνα, μολονότι καταδίκασε την «πεζή αθλιότητα του πολιτισμού», αναζητώντας την επιστροφή στον μεσαιωνικό ρομαντισμό, στο μύθο και στο έπος. Στην εποχή του, ο Γουίλιαμ Μόρις υπήρξε κυρίως διάσημος ως ο συγγραφέας του «Επίγειου Παραδείσου», ως σχεδιαστής χαρτιών ταπετσαρίας, υφασμάτων και χαλιών. Από τα μέσα του 20ού αιώνα αναγνωρίζεται μάλλον ως σχεδιαστής και χειροτέχνης και όχι τόσο ως ποιητής ή πολιτικός, μολονότι οι μελλοντικές γενιές μπορεί να τον εκτιμήσουν περισσότερο ως κοινωνικό και ηθικό κριτή, πρωτοπόρο της κοινωνικής ισότητας.