Τόμας Μορ
1478 – 1535

Νομικός, συγγραφέας και πολιτικός, δημιουργός του όρου «ουτοπία». Γιος του δικαστή σερ Τζον Μορ, ο Τόμας Μορ (Thomas More) γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1478 στο Λονδίνο. Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, προσέφερε για ένα διάστημα τις υπηρεσίες του στον Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι, Τζον Μόρτον. Ακολούθως, σπούδασε Λατινικά και Λογική στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Παράλληλα με τις σπουδές του, μελετούσε λατινική κι ελληνική γραμματεία, ενώ κατά το διάστημα αυτό έγραψε και τις πρώτες του κωμωδίες. Το 1494 επέστρεψε στο Λονδίνο και διδάχτηκε τη νομική επιστήμη από τον πατέρα του. Τον δυσαρέστησε, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει τη δικηγορία για να γίνει μοναχός.

Έζησε σε καρθουσιανό μοναστήρι για τέσσερα χρόνια και κατόπιν εντάχθηκε στο τάγμα των Φραγκισκανών. Υπερίσχυσε, όμως, η αίσθηση του καθήκοντος να υπηρετήσει τη χώρα του από τη θέση του πολιτικού. Έτσι, επέστρεψε στον πολιτισμό, αν και σε όλη τη ζωή του διατήρησε κάποιες μοναστικές συνήθειες, όπως η αυτοτιμωρία. Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 1504 και μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν να προωθήσει τη μείωση των βασιλικών προνομίων. Ως εκδίκηση, ο βασιλιάς Ερρίκος ο 7ος φυλάκισε τον πατέρα του και τον άφησε ελεύθερο μόνο όταν ο Τόμας Μορ πλήρωσε ένα υψηλό πρόστιμο και αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή.

Επέστρεψε στην ενεργό δράση, μετά το θάνατο του βασιλιά, το 1509. Το 1510 ανέλαβε βοηθός του έπαρχου του Λονδίνου και χαρακτηρίστηκε ως έντιμος, αμερόληπτος και προστάτης των φτωχών. Το 1517 έγινε μέλος του ανακτοβουλίου και το 1521 χρίστηκε ιππότης. Ως γραμματέας και σύμβουλος του βασιλιά Ερρίκου του 8ου, η επιρροή του στην κυβέρνηση ενισχύθηκε. Το 1523 έγινε πρόεδρος της Βουλής των Κοινοτήτων και το 1525 καγκελάριος του Δουκάτου του Λάνκαστερ, μία θέση που συνεπαγόταν τον διοικητικό και δικαστικό έλεγχο ενός μεγάλου μέρους της βόρειας Αγγλίας.

Παράλληλα με την πολιτική καριέρα του, ο Μορ ασχολήθηκε και με τη συγγραφή, και μάλιστα υπήρξε πολυγραφότατος. Η «Ουτοπία» (1515) είναι το πιο γνωστό από τα έργα του κι ένα από τα πλέον συζητημένα κείμενα μέχρι σήμερα, καθώς ανοίγει μονοπάτια σκέψης διαχρονικά, που συνδέουν το παρελθόν με το μέλλον και επιχειρούν να αγγίξουν τα προβλήματα των εκάστοτε κοινωνιών. Ο τίτλος του είναι ένα λογοπαίγνιο με ελληνικές ρίζες (ου-τόπος, ένας τόπος που δεν υπάρχει).

Στο βιβλίο του αυτό, ο Μορ αντιπαραβάλει την εριστική κοινωνική ζωή των χριστιανο-ευρωπαϊκών κρατών με την τέλεια δομημένη κοινωνία ενός φανταστικού μη χριστιανικού νησιού. Περιγράφει μια κοινωνία που υφίσταται με γνώμονα την αδελφοσύνη μεταξύ των ανθρώπων και την απάλειψη της εκμετάλλευσης από άνθρωπο σε άνθρωπο. Εκεί, ατομική ιδιοκτησία δεν υπάρχει, μιας και αυτή είναι η ρίζα όλων των κακών. Πολλοί μελετητές έχουν επισημάνει ότι το ιδανικό κομουνιστικό κράτος που οραματίστηκε αργότερα ο Καρλ Μαρξ μοιάζει πάρα πολύ με την Ουτοπία του Τόμας Μορ.

Παρότι ο Μορ υπήρξε υποδειγματικός στην εκτέλεση των καθηκόντων του, η πτώση ήλθε σύντομα. Το 1532 παραιτήθηκε του αξιώματός του, επικαλούμενος λόγους υγείας. Ωστόσο, ο πραγματικός λόγος ήταν πιθανότατα η διαφωνία του με τη στάση του Ερρίκου έναντι της Εκκλησίας. Τον Ιούνιο του 1533 αρνήθηκε να παραβρεθεί στη στέψη της Άννας Μπολέιν, γεγονός που εξόργισε τον βασιλιά. Την επόμενη χρονιά κατηγορήθηκε ως συνεργός της Ελίζαμπεθ Μπάρτον, μιας καλόγριας που αντιτάχθηκε στο «διαζύγιο» του Ερρίκου με τη Ρώμη. Είχε, όμως, τη στήριξη της Βουλής των Λόρδων και αθωώθηκε.

Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου κλήθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον μιας επιτροπής και να ορκιστεί πίστη και υποταγή στο βασιλικό ζεύγος. Παρότι αναγνώρισε την Μπολέιν ως βασίλισσα, αρνήθηκε να πάρει τον όρκο, καθώς διαφωνούσε με την αποκήρυξη του Πάπα και την ανακήρυξη του Ερρίκου ως επικεφαλής της Εκκλησίας της Αγγλίας. Πέντε ημέρες αργότερα φυλακίστηκε και την 1η Ιουλίου του 1535 οδηγήθηκε σε δίκη. Κρίθηκε ένοχος για εσχάτη προδοσία και αποκεφαλίστηκε στις 6 Ιουλίου. Τα τελευταία λόγια του ήταν: «Καλός υπηρέτης του βασιλιά, πρωτίστως όμως του Θεού». Το 1886 οσιοποιήθηκε από την Καθολική Εκκλησία και το 1935 ανακηρύχθηκε Άγιος από τον Πάπα Πίο ΧΙ.