Ένας αιώνας ανεξάρτητη Φινλανδία

Η Φινλανδία («Σουόμι» στην τοπική γλώσσα) γιορτάζει τη χρονιά που εκπνέει τον ένα αιώνα ανεξαρτησίας της από τη Ρωσία. Στις 6 Δεκεμβρίου 1917, η Βουλή του Μεγάλου Δουκάτου της Φινλανδίας, όπως ονομαζόταν τότε η αυτόνομη περιοχή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, εξέδωσε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, διατρανώνοντας την αποφασιστικότητα ενός μεγάλου τμήματος του έθνους των Φίννων να ακολουθήσει το πεπρωμένο του. Τη Ρωσία κυβερνούσαν τότε οι Μπολσεβίκοι του Λένιν, οι οποίοι, πιστοί στην αρχή τους για την αυτοδιάθεση των λαών της αυτοκρατορίας, συναίνεσαν στην ανεξαρτησία της Φινλανδίας, στις 22 Δεκεμβρίου 1917.

Με έκταση τρεις φορές της Ελλάδας (338.424 τ. χλμ.), η Φινλανδία κατέχει το ανατολικό κομμάτι της Σκανδιναβικής χερσονήσου και είναι αρκετά αραιοκατοικημένη (5,5 εκατομμύρια ο πληθυσμός της). Οι μακρινοί απόγονοι των Φινλανδών, οι Φίννοι, εμφανίστηκαν στην περιοχή από τα βάθη της Ασίας και είχαν φυλετική συγγένεια με τους Ούγγρους και τους Τούρκους.

Η Φινλανδία είναι πεδινή χώρα, με πολλά δάση (μεγάλος εξαγωγέας ξυλείας και δημοσιογραφικού χάρτου) και τουλάχιστον 60.000 λίμνες («Η χώρα των χιλίων λιμνών»), που με την ομορφιά και τη σαγήνη τους συμβάλλουν στην αύξηση του τουριστικού συναλλάγματος. Κατά βάση αγροτική χώρα, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε - χάρις και στην υποδειγματική παιδεία της - και τεχνολογικά με ναυαρχίδα τηNokia, από τους κολοσσούς της κινητής τηλεφωνίας στην προ «έξυπνων συσκευών» εποχή. Είναι γνωστή, επίσης, ως πατρίδα του Άι Βασίλη (Ροβανιέμι), για τους ραλίστες που παράγει σωρηδόν και τους αθλητές στίβου (δρομείς και ακοντιστές).

Η ιστορία της Φινλανδίας συνδεόταν στενά για αιώνες με τα συγκρουόμενα συμφέροντα των δύο γειτόνων της, της Σουηδίας και της Ρωσίας. Το 1323, με τη συνθήκη του Παχκινασάρι αποτέλεσε τμήμα του Βασιλείου της Σουηδίας για σχεδόν 500 χρόνια. Το 1809, με τη Συνθήκη του Φρέντρικχαμν, η Σουηδία παραχώρησε τη Φινλανδία στη Ρωσία κι εγκαθιδρύθηκε το αυτόνομο Μεγάλο Δουκάτο της Φινλανδίας, με πρωτεύουσα το Ελσίνκι. Με την πάροδο του χρόνου το δουκάτο απέκτησε το δικό του νομισματικό σύστημα και το δικό του στρατό. Το αίτημα για ανεξαρτησία ήταν πάντα επίκαιρο και υποστηριζόταν από κορυφαίους πνευματικούς ανθρώπους, όπως ο συνθέτης Ζαν Σιμπέλιους.

Όμως, ο τελευταίος τσάρος Νικόλαος Β’, από το 1899 θα επιχειρήσει να καταργήσει την αυτονομία της περιοχής και να τηρωσοποιήσει. Δεν θα το κατορθώσει, καθώς μετά την Επανάσταση του 1905 στη Ρωσία, η Φινλανδία θα επανακτήσει το καθεστώς αυτονομίας και μάλιστα οι γυναίκες της χώρας, πρώτες σε όλη την Ευρώπη, θα αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου το 1906. Οι Μπολσεβίκοι θα αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία της, η οποία θα επέλθει το 1920, καθώς οι Φινλανδοί θα εμπλακούν σε μια εμφύλια αιματηρή σύγκρουση μεταξύ των σοσιαλδημοκρατών και της δεξιάς κυβέρνησης της χώρας.

Η υπογραφή του συμφώνου μη επίθεσης ΧίτλερΣτάλιν (Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ) το 1939, έλυσε τα χέρια των Σοβιετικών, που εισέβαλαν στη Φινλανδία το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου. Οι Φινλανδοί αντέταξαν σθεναρή άμυνα, αλλά έχασαν το 1/10 των εδαφών τους με τη Συνθήκη της Μόσχας το 1940. Ανέδειξαν, όμως, τη χρησιμότητα της αυτοσχέδιας βόμβας Μολότοφ κι έναν ήρωα, τον ελεύθερο σκοπευτή Σίμο Χέιχε.

Οι Φινλανδοί θα συμμαχήσουν με τον Άξονα και δυνάμεις τους θα συμμετάσχουν στη γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση το 1941. Οι Σοβιετικοί θα εισβάλλουν ξανά στη Φινλανδία το 1944 και η διαμάχη των δύο πλευρών θα λήξει το 1948 με την υπογραφή συμφώνου φιλίας. Έκτοτε και καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Φινλανδία ακολούθησε προσεκτική πολιτική διεθνούς ουδετερότητας έναντι της Σοβιετικής Ένωσης («φινλανδοποίηση»).

Το 1994 η Φινλανδία με δημοψήφισμα συνέδεσε της τύχες της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το 1999 εντάχθηκε στην Ευρωζώνη. Ανήκει στους «σκληρούς» της Γιούρογκρουπ, ως βόρεια χώρα, και συχνά βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τη χώρα μας, όσον αφορά την εφαρμογή των μνημονίων.