’Αγιος Μαρίνος

Ο Άγιος Μαρίνος είναι περίκλειστο κρατίδιο που περιβάλλεται από την Ιταλία και ιδρύθηκε το 301. Εκτείνεται πάνω στο όρος Τιτάνο, σε υψόμετρο 700 μέτρων, στην βορειοανατολική πλευρά της οροσειράς των Απενίνων. Έχει έκταση 61 τετραγωνικά χιλιόμετρα και πληθυσμό 33.000 κατοίκων. Πρωτεύουσα είναι η Πόλη του Αγίου Μαρίνου (4.128 κάτοικοι) και μεγαλύτερη πόλη το Σεραβάλε (10.591 κάτοικοι). Οι κάτοικοί του μιλούν ιταλικά και ασπάζονται των Ρωμαιοκαθολικό χριστιανικό δόγμα.

Είναι από τα πιο πλούσια κράτη του κόσμου με κατά κεφαλήν εισόδημα περί τα 45.000 δολάρια. Βασίζει τον πλούτο του κατά μεγάλο ποσοστό στον τουρισμό, τα αφορολόγητα είδη, τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και την χειροτεχνία.

Είναι μέλος του ΟΗΕ (1992), του Συμβουλίου της Ευρώπης (1988), όχι όμως και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αν και το ευρώ κυκλοφορεί επισήμως εντός της επικράτειάς του. Με σειρά συνθηκών την άμυνα του Αγίου Μαρίνου έχει αναλάβει η Ιταλία.

Από το 1988 διαθέτει την δική του εθνική ομάδα στο ποδόσφαιρο, καθώς την χρονιά εκείνη έγινε δεκτός στην FIFA και την UEFA. Η παρουσία του στους αγώνες είναι πληθωρική, όσον αφορά τον αριθμό των τερμάτων που δέχεται. Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και στα λοιπά ομαδικά αθλήματα στα οποία συμμετέχει.

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Άγιος Μαρίνος ιδρύθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 301 από κάποιο χριστιανό οικοδόμο ονόματι Μαρίνο, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην δυσπρόσιτη αυτή περιοχή από το νησί Άρμπα της Δαλματίας (Άρβων στα ελληνικά, νυν Ραμπ Κροατίας), προκειμένου να αποφύγει τις διώξεις του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Τα επόμενα χρόνια ο Μαρίνος αγιοποιήθηκε, έδωσε το όνομά του στο κρατίδιο και είναι ο προστάτης Άγιος του.

Το 754, ο Άγιος Μαρίνος αναφέρεται για πρώτη φορά ως Κάστρο του Αγίου Μαρίνου (Castellum Sancti Marini). Μέχρι τον 13ο αιώνα, οπότε απόκτησε την αυτονομία του, διοικούνταν από τον εκάστοτε Πάπα μέσω του επιχώριου επισκόπου. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την δυσαρέσκεια του Βατικανού και ο Πάπας Ινοκέντιος Δ’ (1243-1254) κήρυξε τον Άγιο Μαρίνο απαγορευμένη περιοχή.

Τα επόμενα χρόνια ο Άγιος Μαρίνος άλλαζε συχνά επικυρίαρχους, ώσπου το 1631 ο Πάπας Ουρβανός Η’ (1623-1644), αναγνώρισε επίσημα την ανεξαρτησία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μαρίνου. Την ανεξαρτησία του σεβάστηκε και ο Μέγας Ναπολέων, ο οποίος πρότεινε την εδαφική του επέκταση, αλλά οι κάτοικοί του αρνήθηκαν. Αργότερα ο Ναπολέων αυτοκράτορας πια, διατήρησε το μικρό κράτος λέγοντας: «Ας τη διατηρήσουμε ως ένα πρότυπο δημοκρατίας».

Το 1815, το Συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας, που συνήλθε στην Βιέννη, αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Αγίου Μαρίνου, που έγινε τα επόμενα χρόνια το καταφύγιο των φιλελευθέρων Ιταλών (ανάμεσά τους και ο Γαριβάλδης) που επιζητούσαν την ενοποίηση της Ιταλίας. Στις 22 Μαρτίου 1862, τέθηκε υπό την προστασία του νεοσύστατου βασιλείου της Ιταλίας, υπογράφοντας σύμφωνο φιλίας, που ανανεώθηκε αρκετές φορές έκτοτε.

Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου διατήρησε την ουδετερότητά του, όπως και τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αν και βομβαρδίστηκε από τους Συμμάχους. Την εποχή του Μουσολίνι κυβερνήθηκε από το Φασιστικό Κόμμα του Αγίου Μαρίνου.

Από τον 15ο αιώνα, την διακυβέρνηση στον Άγιο Μαρίνο ασκούσε το εξηκονταμελές Μέγα Συμβούλιο, τα μέλη του οποίου διορίζονταν από τις οικογένειες του κρατιδίου και στο οποίο αντιπροσωπεύονταν όλες οι κοινωνικές τάξεις: ευγενείς, αστοί και χωρικοί. Σήμερα το ίδιο συμβούλιο ασκεί την εξουσία, αλλά τα μέλη του εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία.

Με την σειρά του το Μεγάλο Συμβούλιο αναθέτει με ψηφοφορία σε δύο μέλη του, που φέρουν τον τίτλο του κυβερνήτη (capitani reggenti), την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας ανά εξάμηνο. Τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου και κατά περιόδους στην διακυβέρνηση του Αγίου Μαρίνου συμμετείχε το Κομμουνιστικό Κόμμα, γεγονός πρωτοφανές για χώρα της Δύσης.