Κατ’ Αγρούς Διονύσια

Πρέπει να ήταν η αρχαιότερη από τις γιορτές προς τιμήν του Διονύσου, μια γιορτή από όπου προήλθαν τα Λήναια και τα εν άστει Διονύσια, που εξελίχθηκαν στις δύο μεγαλύτερες διονυσιακές γιορτές των Αθηναίων.

Δεν υπήρχε σταθερή ημερομηνία για την τέλεση της γιορτής. Κάθε δήμος της Αττικής τη διοργάνωνε σε διαφορετική από τους άλλους δήμους ημερομηνία, δίνοντας έτσι την ευκαιρία και στους κατοίκους της υπόλοιπης Αττικής να συμμετάσχουν στο πανηγύρι.

Η παράδοση λέει ότι υπεύθυνος για την ίδρυση των κατ’ αγρούς Διονυσίων ήταν ο βασιλιάς Αμφικτύονας. Σε αντάλλαγμα της φιλοξενίας που προσέφερε στο Διόνυσο, ο θεός τού αποκάλυψε τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να πίνεται ο κεκραμένος οίνος. Ο Αμφικτύων, για να ευχαριστήσει το θεό, θέσπισε τη γιορτή αυτή για χάρη του.

Στο πλαίσιο της γιορτής, αγρότες από διάφορους συνοικισμούς, συγκεντρώνονταν για να δοκιμάσουν τον οίνο της νέας εσοδείας. Οι δούλοι αποκτούσαν την ελευθερία τους για όσο διάστημα κρατούσε η γιορτή, παίρνοντας κι αυτοί μέρος στο ξεφάντωμα.

Στο κέντρο των εκδηλώσεων βρισκόταν η πομπική μεταφορά του φαλλού (φαλληφορία). Στην κωμωδία του Αριστοφάνη «Αχαρνείς» περιγράφεται μία σκηνή παρωδίας της φαλλικής πομπής: Προπορεύεται η κανηφόρος (κόρη που κρατά στο κεφάλι της κάνιστρο με όλα τα απαιτούμενα για τη θυσία αντικείμενα), ακολουθούσε ο φαλλοφόρος (αυτός δηλαδή που έφερε το ομοίωμα του φαλλού) και στη συνέχεια το πλήθος των πιστών, που έψελνε άσμα προς το Φαλή, την προσωποποίηση του φαλλού, που ταυτιζόταν με τον ίδιο το Διόνυσο.

Οι αγρότες με τους δούλους τους, μεταμφιεσμένοι σε Σιληνούς, Σάτυρους και Βάκχες, κρατώντας θύρσους, πυρσούς, φαλλούς και αγγεία με κρασί, χόρευαν στο ρυθμό των φαλλικών ασμάτων. Πολλοί ήταν επιβιβασμένοι σε άμαξες, έπιναν και κορόιδευαν τους περαστικούς μέσα στο μεθύσι τους. Πρόκειται για τα λεγόμενα «σκώμματα εξ αμάξης», όπου τα πειράγματα και τα άσεμνα λόγια συνοδεύονταν και από τις ανάλογες χειρονομίες. Κατά την άποψη του Αριστοτέλη, μέσα από τη σκωπτική ατμόσφαιρα μιας τέτοιας πομπής ξεπήδησε το είδος της κωμωδίας.

Μετά την πομπή και την καθιερωμένη θυσία, το πλήθος επιδιδόταν σε παραδοσιακά παιχνίδια, γνωστότερο από τα οποία ήταν ο ασκωλιασμός. Σ’ αυτό το ιδιότυπο παιχνίδι, οι συμμετέχοντες πηδούσαν πάνω σε φουσκωμένα ασκιά αλειμμένα με λάδι, με στόχο την ισορρόπηση αλλά και την πρόκληση του γέλιου. Το έπαθλο ήταν και πάλι ένα ασκί γεμάτο κρασί, το δώρο του θεού στους πιστούς του.