Σύγνεφο με Παντελόνια (1915, απόσπασμα)

Αλό, Αλό!
Ποιος εκεί;
Α εσύ μητέρα,
Μητέρα,
Ο γιός σας είναι εξαίσια άρρωστος.
Μητέρα!
Πάσχει από πυρκαϊά καρδιάς
Πέστε στις στις αδελφές,τη Λιούντα και την Ολια,
δεν έχει πιά που ν' απαγγιάσει
Κάθε λέξη,
Ακόμα κ' ένα αστείο
Που φτύνει απ' το καψαλισμένο στόμα του,
Πετάγεται όξω σαν πόρνη γδυτή
Απόνα μπορντέλο πούπιασε φωτιά


Εμείς
Οι κατάδικοι της πολιτείας των λεπρών
Όπου η βρώμα κι ο χρυσός γαγγραίναν τη λέπρα.

Εμείς
Είμαστε πιο καθάριοι κι απ' το κρούσταλλο της Βενετιάς
που το ξεπλύνανε μαζί κ' οι θάλασσες κι ο ήλιος.
Στα παλιά μας παπούτσια κι αν δεν βρίσκονται
στους Ομήρους και στους Οβίδιους
ανθρώποι σαν και μας
βλογικομμένοι απ' την καπνιά


Εκεί που τ' ανθρώπινο βλέμμα τσακίζεται ανήμπορο
βλέπω να καταφθάνει
των πεινασμένων στρατηλάτης,
φορώντας το ακάνθινο στεφάνι της επανάστασης
το 1916

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)