Το «Στοιχειό»

     Έπειτα από χρόνια πολλά εφανερώθη προχθές το Στοιχειό. Ο μηχανικός κ. Παπαϊωάννου, εποπτεύων την κατασκευήν του δρόμου μεταξύ Κερασσόβου – Αγράφων - Βραγγιανών, ετρόμαξε να συγκρατήση τους εργάτας, οι οποίοι είδαν με τα μάτια των το Στοιχειό. Εις τα «Άσπρα Λιθάρια», όπου έτυχε να ευρίσκωμαι προχθές ήλθεν η είδησις, ότι το Στοιχειό ήτο ένα πελώριον φείδι με ουράν δύο πήχεων, με κεφαλήν αλόγου, με μάτια «σαν τάλληρα», με αυγά «σαν χήνας».
     Όταν εφύγαμεν απ’ εκεί και επήραμε τα προς την Νιάλαν βουνά, κάθε στάνη, κάθε διαβάτης, κάθε χανιτζής προσέθετε και ένα πήχυν εις την ουράν, ολίγα μέτρα εις την περιφέρειαν της κεφαλής και των ματιών, και τ’ αυγά επλησίαζον να γείνουν ίσα με το Πανόραμα του Σταδίου. Επί τέλους εφθάσαμε με τον Δήμαρχον Αγράφων κ. Χρηστίδην και με ολίγους χωρικούς εις το μέρος, όπου ειργάζοντο διά τον δρόμον περί τους 20-30 εργάται. Ο μηχανικός κ. Παπαϊωάννου ήτο εκεί, ώστε να μας δώση ο ίδιος πληροφορίας περί του Στοιχειού. Ήτο πραγματικώς, κατ’ αυτόν, ένα πελώριον φείδι, με μάτια «σαν τάλληρα» και με ουράν άγνωστον πόσην, διότι κανείς δεν την είδεν. Άμα η δυναμίτις έσπασε τον βράχον, εκείνο επετάχθη εις μίαν στιγμήν ανάμεσα από την ρωγμήν και έπειτα εχάθη εις άλλην σπηληάν. Αυτά τουλάχιστον λέγει ο μηχανικός. Άλλος όμως λέγει, ότι δεν εκρύβη αμέσως το Στοιχειό, αλλ’ εκρύβησαν οι εργάται, οι οποίοι έφυγαν εις απόστασιν μιας ώρας, φωνάζοντες και ζητούντες βοήθειαν.
     Εξ αφορμής της εμφανίσεως του Στοιχειού εξύπνησεν η τερατολόγος λαϊκή παράδοσις, διά να διηγηθή ατελειώτους ιστορίας. Προ ετών είχεν εμφανισθή εις τα ίδια σχεδόν μέρη, τα οποία είνε τ’ αγριώτερα ρέμματα της Ευρυτανίας, άλλο Στοιχειό, το οποίον κατά την δύναμιν που δίδει η παράδοσις, «εμαύλιζε» ζώα και τα κατέπινεν. Επί τέλους μίαν ημέραν έπεσεν επάνω του κάποιος βοσκός ονομαζόμενος Τσάλης. Μόλις το είδεν, ησθάνθη τον εαυτόν του μαυλιζόμενον από το Στοιχειό. Επρόφθασε μεν και έσυρε την κουμπούραν του αλλά δεν εύρισκε δύναμιν να πυροβολήση. Το Στοιχειό τον «εμαύλιζε» και αυτός εσύρετο άθελα προς το στόμα του.
     Επί τέλους έφθασεν εις τα χείλη του Στοιχειού, και τότε έδωκεν ο Θεός και εξεπυρσοκρότησεν η κουμπούρα. Και το μεν Στοιχειό σχεδόν διερράγη, αλλά ο ατυχής Τσάλης έπεσεν αναίσθητος και με δυσκολίαν κατώρθωσαν να τον επαναφέρουν εις την ζωήν οι συγχωριανοί του Βελιζδονίται. Άμα τον επήραν απ’ εκεί και τον έφεραν στο χωριό, κάποιος γέρος, γνωρίζων την παράδοσιν, ότι κάθε Στοιχειό έχει στα σπλάγχνα του πολύτιμα πράγματα, επήγε κρυφά και το ηρεύνησε. Διηγούνται δε αξιόπιστοι άνθρωποι ότι ο γέρος έγινε πλούσιος. Τα μόνον βέβαιον είναι ότι μέχρις εσχάτων είχε χρυσαφικά, τα οποία επώλει κρυφά εις τους διερχόμενους τα χωριά χρυσικούς.
     Η παράδοσις βεβαιοί, ότι τα σπλάγχνα των Στοιχειών είναι ολόκληρα χρυσωρυχεία· και έχει διαφόρους ερμηνείας του φαινομένου αυτού. Πρώτον υπάρχει η ποιητική ιδέα, ότι τα Στοιχειά, ως περιερχόμενα τα σπήλαια, ευρίσκουν χρυσαφικά θαμμένα εκεί από διαφόρους ληστάς ή και περιπλανωμένους Έλληνας κατά διαφόρους εποχάς εθνικών χαλασμών. Ειδικώς μάλιστα εις τα μέρη αυτά, ως απρόσιτα, κατέφυγον χιλιάδες καταδιωκομένων Ελλήνων, ιδίως κατά την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεως.
     Ολίγες άλλως τε ώρες επάνω από το ανήλιον αυτό ρέμα είνε τα Μεγάλα Βραγγιανά, εις τα οποία κατέφυγαν αρκετοί φυγάδες λόγιοι της Κωνσταντινουπόλεως και έκτισαν μίαν περίφημον εκκλησίαν υπό το συμβολικώτατον όνομα Α γ ί α  Π α ρ α σ κ ε υ ή, και όπου εξηκολούθησαν την καλλιέργειαν των γραμμάτων, συνέγραψαν, εδίδαξαν, εδημιούργησαν σοφούς μαθητάς, όπως τον Ευγένιον, τον Γόρδιον και απείρους άλλους, οι οποίοι μετά ταύτα ίδρυσαν Σχολάς εις τα Ιωάννινα, την Σμύρνην, την Θεσσαλίαν και εις άλλα μέρη παρασκευάσαντες το Εικοσιένα.
     Προ ημερών επεσκέφθημεν μία ομάς το μέρος αυτό το άγριον, ως άλλοι Δελφοί, και οπόθεν, κατά τον Σάθαν θαρρώ, έρρεε φως ανά πάντα τον Ελληνισμόν. Εις την είσοδον της Αγίας Παρασκευής, όπου εμαθήτευσαν δεκάδες γνωστών Αρματωλών και Κλεφτών, μεταξύ των οποίων και ο περίφημος Δίπλας, υπάρχει ο τάφος του Γορδίου και εντός του ναού η κάρα του ανθρώπου αυτού, ο οποίος προ διακοσίων ετών προέβλεπε την σύστασιν ενός σπιθαμιαίου Ελληνικού Κράτους, απελπιστικώς πνιγομένου μεταξύ του φεσίου της Ανατολής και του καπέλλου της Δύσεως.
     Ολίγον παρακάτω είναι το μοσχοβριθές χωριό Μύριση, με μίαν παλαιοτάτην πολύτιμον εκκλησίαν και με παραδόσεις ότι την έκτισαν κάποιοι Άρχοντες αποσυρθέντες εκεί με τους θησαυρούς των, και τας οποίας παραδόσεις βοηθούν τα ερείπια κάποιου μεγάλου σπιτιού με υπόγεια και λαγούμια, οδηγούντα προς τα ποτάμια. Ο συγχωριανός μου κ. Οικονόμου, πολύτιμος συνεργάτης του κ. Πολίτου εις τας λαογραφικάς ερεύνας του, μου έλεγεν, ότι η εκκλησία αυτή εκτίσθη από Χριστιανούς, κατά τους χρόνους της Εικονομαχίας φυγόντας την καταστροφήν των εικονοκλαστών.
     Αρκετόν λοιπόν μέρος των θησαυρών αυτών ετοποθέτησεν η λαϊκή παράδοσις εις τα σπλάγχνα των Στοιχειών, τα οποία περιφέρονται εις τα μέρη εκείνα υπό τα ερείπια και τα σπήλαια που εστέγασαν άρχοντας και κλέφτας Τουρκομάχους, όπως τον Λιακατάν, τον Κατσαντώνην, τον Τσόγκαν, τον Μπουκουβάλαν κλπ.
     Κατ’ άλλην όμως ερμηνείαν της παραδόσεως, οι θησαυροί ευρίσκονται εις τα σπλάγχνα των Στοιχειών, διότι τρώγουν χώμα που περιέχει τον χρυσόν, ο οποίος «λαμπικάρεται και δένεται με τον καιρό» στα σπλάγχνα των, κατά την φράσιν ενός γέρου εργάτου του δρόμου «που ήκουσεν αυτήν την ιστορίαν από χρυσικούς της Βενετιάς».
     Αλλά διά ποίον λόγον το Στοιχειό τρώγει χώμα; Η παράδοσις λέγει, ότι άμα το φίδι εγέλασε την Εύαν ο θεός το κατεδίωκε και αυτό κρύβεται υπό την Γην, και τρώγει σπυρί σπυρί το χώμα, φοβούμενον μήπως σωθή και δεν έχη πού να κρυβή.
     Κατ’ άλλην παράδοσιν, κρύβεται εις την Γην και τρώγει φιλάργυρα το χώμα, διότι φοβείται τον Ιανουάριον διά τον εξής λόγον: Άμα ο Θεός έπλασε τον κόσμον τον παρέδωκεν εις δώδεκα βασιλείς, τους Ιανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον, Απρίλιον και λοιπούς μήνας. Αλλ’ αυτοί διοικούσαν όλοι μαζί, και ενώ δεν επρόφθαναν να φυτρώσουν τα λουλούδια ήρχετο ο Ιανουάριος με τους πάγους του και τα έψηνε. Τότε τα πλάσματα του Θεού εφώναξαν, ο Πλάστης ήκουσε τας κραυγάς των και ήλθεν ανάμεσα των, όπου ενήργησε δημοψήφισμα, του οποίου το αποτέλεσμα υπήρξεν υπέρ του Μαΐου.
     Ετοποθέτησε λοιπόν ο Θεός τον Μάιον ισόβιον βασιλέα, η Γη εγέμισε χορτάρια, λουλούδια και γεννήματα, ο κόσμος εστοίχειωσεν από ευδαιμονίαν και το φίδι επαλάβωσεν, ώστε να ζητήση εις γάμον την κόρην του Μαΐου, απειλήσαν ότι διαφορετικά θα τσιμπήση τον βασιλέα και θα τον φαρμακώση. Ο Μάιος περιέπεσεν εις συλλογήν μεγάλην και δεν εύρισκε διέξοδον. Τότε επαρουσιάσθη σωτήριος ο Ιανουάριος, ο οποίος τον συνεβούλευσε να ορίση την ημέραν του γάμου και τα περαιτέρω τα αναλαμβάνει αυτός. Πραγματικώς έγειναν όσα είπε και, άμα ενεφανίσθη το φίδι, που έγινε Στοιχειό από την πολλήν ευτυχίαν, επήρε το σκήπτρον ο Ιανουάριος και αμέσως εξαπελύθησαν παγετοί και βροχαί, ώστε το φείδι να τρυπώνη ακόμη άμα μυρίζεται τον μήνα των πάγων. Διότι έκτοτε, κατά την παράδοσιν, απεφασίσθη να διοικούν εκ περιτροπής όλοι οι μήνες, επειδή η απόλυτος ευτυχία, την οποίαν είδον τα πλάσματα του Θεού επί της βασιλείας του Μαΐου, είναι κακός σύμβουλος των ανθρώπων και των ζώων, όπως απέδειξεν η διαγωγή του Στοιχειού.
     Αφίνω τώρα τους μύθους και έρχομαι εις ένα γεγονός. Τα Στοιχειά είναι περιζήτητα διά μίαν ωοειδή πέτραν, την οποίαν, ως επί το πλείστον, φέρουν εις τον λαιμόν και η οποία λέγεται π α ν τ ζ έ χ ρ ι. Πίνουν απ’ αυτό ολίγα θρύμματα οι δηλητηριαζόμενοι από φείδια και θεραπεύονται. Είναι πράγματι αποτελεσματικώτατον το φάρμακον. Ακόμη προχθές το είδαμεν όλοι στο Μοναστηράκι των Αγράφων, όπου εσώθη ένας άνθρωπος.
     Εις τον κατασκευαζόμενον δρόμον Αγράφων κάθε εργάτης φέρει μαζί του παντζέχρι, διότι τα φίδια είναι άφθονα, απαντώμενα υπό κάθε μεγάλην πέτραν. Διήλθομεν τον δρόμον ανάμεσα από σκοτωμένα φείδια, τα οποία οι εργάται αναρτούν δεξιά και αριστερά επάνω εις τα δένδρα, ως ένδοξα τρόπαια της διαβάσεως των ή μάλλον της δυναμίτιδος, βοηθεία της όποιας ανοίγεται η βραχώδης πλευρά του ποταμού Αγραφιώτη.

Από τη συλλογή χρονογραφημάτων «Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου» (1921)