Γκιούλα Γκρόσιτς
1926 – 2014

Ούγγρος τερματοφύλακας της Χόνβεντ Βουδαπέστης και της θρυλικής Εθνικής Ουγγαρίας της δεκαετίας του '50. Τον αποκαλούσαν «Μαύρο Πάνθηρα», λόγω της ευλυγισίας και αλτικότητάς του κι επειδή φορούσε πάντα μαύρη στολή. Του πιστώνεται η εξέλιξη του τρόπου παιχνιδιού του τερματοφύλακα σε ρόλο επιπρόσθετου αμυντικού («τερματοφύλακας-σκούπα»).

Ο Γκιούλα Γκρόσιτς (Gyula Grosics) γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1926 στην πόλη Ντόρογκ της Ουγγαρίας και πρωτόπαιξε μπάλα στην ομάδα της γενέτειράς του. Από το 1950 έως το 1957 αγωνίστηκε στη Χόνβεντ, πλάι σε σπουδαίους συμπαίκτες του στην Εθνική Ουγγαρίας, όπως οι Πούσκας, Τσίμπορ, Μπόζικ και Λόραντ. Αποχώρησε από την ενεργό δράση το 1962, ως τερματοφύλακας της Ταταμπάνια, της οποίας διατέλεσε προπονητής το 1963.

Ο Γκρόσιτς μεγαλούργησε με την Εθνική Ουγγαρίας τη δεκαετία του '50. Aγωνίστηκε 86 φορές με τη «χρυσή ομάδα» («aranycsapat») το διάστημα 1947-1962 και πανηγύρισε την κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι το 1952. Ήταν παρών στη μεγάλη νίκη της Ουγγαρίας επί της Αγγλίας με 6-3 στο Γουέμπλεϊ το 1953 και στη μεγαλειώδη πορεία της «αράντσαπατ» στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ελβετίας το 1954, που, όμως, είχε τραγικό φινάλε με την απρόσμενη ήττα της από τη Δ. Γερμανία με 3-2 στον τελικό της Βέρνης.

Ο Γκρόσιτς είχε από την αρχή προβλήματα με το κομμουνιστικό καθεστώς της πατρίδας του. Όταν προσπάθησε να αυτομολήσει στη Δύση το 1949, βρέθηκε στο «στόχαστρο» έρευνας από τη μυστική υπηρεσία της Ουγγαρίας και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για κατασκοπεία και προδοσία. Τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό και αντιμετώπισε το ενδεχόμενο να δικαστεί, αλλά η υπόθεση δεν προχώρησε, λόγω έλλειψης στοιχείων. Όμως, του επιβλήθηκε διετής αποκλεισμός από την εθνική ομάδα, ωστόσο αγωνίστηκε ξανά στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα ένα χρόνο μετά.

Στη διάρκεια της επανάστασης του 1956, ο Γκρόσιτς έβγαλε την οικογένειά του από τη χώρα και θέλησε να αρχίσει μια καινούρια ζωή στο εξωτερικό. Τον Απρίλιο του 1957, ήθρε στην Αθήνα, μαζί με τους Πούσκας και Κότσις, με σκοπό να μεταγραφούν στον Εθνικό Πειραιά του εφοπλιστή Δημήτρη Καρέλλα. Οι μετεγγραφές τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν, λόγω και της αντίδρασης των υπόλοιπων ομάδων, που κατηγόρησαν τον Εθνικό ότι προωθεί τον επαγγελματισμό στο ποδόσφαιρο. Ο Γκρόσιτς αναγκάστηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του και να πάρει μετεγγραφή από τη Χόνβεντ στην Ταταμπάνια. Παρέμεινε σε αυτή την ομάδα για το υπόλοιπο της καριέρας του, μολονότι δεν μπόρεσε ποτέ να τερματίσει ψηλότερα από την τέταρτη θέση στο πρωτάθλημα.

Το 2008, σε ηλικία 82 ετών, έπαιξε για λίγα λεπτά με τη Φερεντσβάρος, την ομάδα που λάτρευε και στην οποία ήθελε να αγωνιστεί το 1952, αλλά το κομμουνιστικό καθεστώς δεν του το επέτρεψε. Τρία χρόνια αργότερα, η Ταταμπάνια, τον τίμησε με τη σειρά της, δίνοντας το όνομά του στο γήπεδο της.

Ο Γκιούλα Γκρόσιτς πέθανε στις 13 Ιουνίου του 2014, σε ηλικία 88 ετών.