Μάργκοτ Φοντέιν

Μάργκοτ Φοντέιν (1919 – 1991)
Μάργκοτ Φοντέιν (1919 – 1991)

Η Μάργκοτ Φοντέιν (Margot Fonteyn) ήταν αγγλίδα χορεύτρια, από τις κορυφαίες του 20ού αιώνα. Έξοχη «πρίμα μπαλαρίνα», συνδύαζε τη μουσικότητα, τον λυρικό κλασικισμό και την τεχνική τελειότητα και ανέπτυξε μία λαμπρή σταδιοδρομία, η οποία διήρκεσε περισσότερο από πενήντα χρόνια.

Η Μάργκαρετ Έβελιν Χούκαμ γεννήθηκε στις 18 Μαΐου 1919 στο Ράιγκετ της κομητείας Σάρεϊ του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο πατέρας της Φίλιξ Χούκαμ ήταν μηχανολόγος μηχανικός και η μητέρα της Χίλντα Άτσεσον Φόντες ήταν εξώγαμο τέκνο της Ιρλανδέζας Έβελιν Άτσεσον και του βραζιλιάνου επιχειρηματία Αντόνιο Γκονσάλβες Φόντες.

Οι σπουδές

Η νεαρή Μάργκοτ, λόγω της δουλειάς του πατέρα της, έζησε ένα μέρος των παιδικών της χρόνων στη Σανγκάη, όπου συνέχισε τις σπουδές χορού που είχε αρχίσει στο Λονδίνο. Όταν επέστρεψε στην αγγλική πρωτεύουσα, συνέχισε τις σπουδές της με τη Σεραφίνα Αστάφιεβα και κατόπιν στη Σχολή Μπαλέτου Βικ-Γουέλς (Vic-Wells), η οποία από το 1956 μετονομάστηκε σε Βασιλικό Μπαλέτο (Royal Ballet).

Η Μάργκοτ Φοντέιν με τον άγγλο χορευτή Μίχαελ Σόμες στο μπαλέτο «Δάφνις και Χλόη», στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου το 1951Πραγματοποίησε την πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση το 1934 με το όνομα Μάργκοτ Φοντέιν, έχοντας υιοθετήσει το ένα από τα επώνυμα της μητέρας της (Φόντες), το οποίο διαμόρφωσε κατάλληλα για να ακούγεται αγγλικό. Αμέσως γοήτευσε τον μεγάλο χορογράφο Φρέντερικ Άστον, ο οποίος δημιούργησε γι’ αυτήν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στο μονόπρακτο μπαλέτο του Ιγκόρ Στραβίνσκι «Το φιλί της νεράιδας» («Le baiser de la fée»). Όταν αποσύρθηκε η Αλίσια Μάρκοβα, πρώτη χορεύτρια του συγκροτήματος, το 1935, της ανατέθηκε εντελώς απρόσμενα να ερμηνεύσει τη Ζιζέλ από το ομώνυμο μπαλέτο του Αντάμ.

Σύντομα καθιερώθηκε ως μεγάλη ερμηνεύτρια κλασικών ρόλων, συχνά με παρτενέρ τον Ρόμπερτ Χέλπμαν. Ο Άστον δημιούργησε ειδικά γι’ αυτήν περισσότερες από 25 χορογραφίες, μεταξύ των οποίων για τα μπαλέτα «Συμφωνικές παραλλαγές» («Symphonic Variations», 1946) σε μουσική Σεζάρ Φρανκ, «Σκηνές μπαλέτου» («Scenes de ballet», 1948) σε μουσική Στραβίνσκι, «Σταχτοπούτα» («Cinderella», 1948) σε μουσική Προκόφιεφ, «Δάφνις και Χλόη» («Daphnis and Chloe», 1951) σε μουσική Ραβέλ, «Σύλβια» (1952) σε μουσική Λεό Ντελίμπ και «Οντίν» («Ondine», 1958) σε μουσική Χανς Βέρνερ Χέντσε, που πολλοί θεωρούν ως τη σημαντικότερη ερμηνεία της.

Διεθνής αναγνώριση

Με την πρώτη της εμφάνιση στις ΗΠΑ, το 1949, με το μπαλέτο του Τσαϊκόφσκι «Η ωραία κοιμωμένη», κατέκτησε τη διεθνή αναγνώριση. Σημαντική ήταν η ερμηνεία της σε αναβιώσεις των χορογραφιών του Φοκίν για τα μπαλέτα του Στραβίνσκι «Το πουλί της φωτιάς» και «Πετρούσκα».

Από το 1959 εμφανιζόταν ως μόνιμη προσκεκλημένη καλλιτέχνις με το Βασιλικό Μπαλέτο, συνεργαζόταν όμως συχνά και με άλλα συγκροτήματα. Το 1962, σε μία ηλικία στην οποία οι περισσότεροι χορευτές αποσύρονται από τη σκηνή, άρχισε μια νέα εντυπωσιακή περίοδος της σταδιοδρομίας της με παρτενέρ τον 23χρονο Ρούντολφ Νουρέγιεφ, ο ποίος είχε πρόσφατα αποσκιρτήσει από τη Σοβιετική Ένωση.

Η Μάργκοτ Φοντέιν με τον ρώσο χορευτή Ρούντολφ Νουρέγιεφ στη «Ζιζέλ» το 1962Η καλλιτεχνική της ωριμότητα συνδυάστηκε σε μία θαυμάσια αντίστιξη με τη φλογερή δεξιοτεχνία του Νουρέγιεφ, τόσο στο κλασικό ρεπερτόριο, όσο και σε μπαλέτα όπως: «Μαργαρίτα και Αρμάνδος» («Marguerite and Armand», 1963) σε μουσική Λιστ, «Ο Κουρσάρος» («Le Corsaire») σε μουσική Αντάμ, «Η Μπαγιαντέρα» («La Bayadere») σε μουσική Λούντβιχ Μίνκους, και «Ραϋμόνδα» («Raymonda) σε μουσική Γκλαζούνοφ, «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» (Romeo and Juliet, 1965) σε μουσική Προκόφιεφ, και «Εωσφόρος» («Lucifer», 1975) της Μάρθας Γκράχαμ.

Το 1979 ονομάστηκε «Prima Ballarina Assoluta» (Η απόλυτη πρωτοχορεύτρια), η ανώτερη διάκριση για χορεύτρια του κλασικού χορού. Την ίδια χρονιά καταγράφηκε και η τελευταία χορευτική εμφάνισή της σε μία τιμητική παράσταση για τα 60ά γενέθλιά της. Κατόπιν και ως το 1986 εμφανιζόταν κατά καιρούς σε μη χορευτικούς ρόλους (ως αφηγήτρια, παρουσιάστρια κ.λ.π.).

Η απόπειρα δολοφονίας του συζύγου της, Ρομπέρτο Αρίας

Τραγικό συμβάν στην προσωπική της ζωή υπήρξε η απόπειρα δολοφονίας, το 1964, του συζύγου της (από το 1955) Ρομπέρτο Αρίας, πρώην πρεσβευτή του Παναμά στη Μεγάλη Βρετανία και μέλος επιφανούς οικογένειας πολιτικών του Παναμά, η οποία τον άφησε παράλυτο. Στο εξής μοίραζε τον χρόνο της ανάμεσα στη σταδιοδρομία της και τη φροντίδα του συζύγου της. Έπειτα από τον θάνατό του, το 1989, αποσύρθηκε στο αγρόκτημά τους στα περίχωρα της Πόλης του Παναμά.

Το 1975 εξέδωσε την «Αυτοβιογραφία» της και το 1979 εμφανίστηκε ως παρουσιάστρια στην τηλεοπτική εκπομπή του BBC «Η μαγεία του χορού» («The Magic of Dance»). Από το 1954 διετέλεσε πρόεδρος της Βασιλικής Ακαδημίας Χορού και τιμήθηκε με τον τίτλο της «Ντέιμ» του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Η Μάργκοτ Φοντέιν πέθανε στις 21 Φεβρουαρίου 1991 στην Πόλη του Παναμά, σε ηλικία 71 ετών.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Εγγραφείτε στο Newsletter μας για να λαμβάνετε κάθε μέρα στο email σας τα σημαντικότερα άρθρα του «Σαν Σήμερα .gr»


ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΜΕΛΟΥΣ

premium Γίνε συνδρομητής με μόλις 3 € / μήνα, στήριξε τον αγαπημένο σου ιστότοπο
και απόλαυσε premium περιεχόμενο, χωρίς διαφημίσεις!

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ