Ρόζα Λούξεμπουργκ
1871 – 1919

Γερμανίδα επαναστάτρια, εβραιοπολωνικής καταγωγής, από τις γυναίκες που σημάδεψαν με την δράση και το έργο τους τον 20ο αιώνα. «Η κόκκινη Ρόζα» ήταν από τους συνιδρυτές του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Πολωνίας και της Ένωσης Σπάρτακος, που εξελίχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας. Η Λούξεμπουργκ ανέπτυξε μια θεώρηση του μαρξισμού, που έδινε έμφαση στην δημοκρατία και την επαναστατική δράση για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού. Η θεωρία της αυτή την έφερε σε αντίθεση τόσο με τους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες, όσο και με τους λενινιστές. Δολοφονήθηκε από παρακρατικά στοιχεία, μαζί με τον συναγωνιστή της Καρλ Λίμπκνεχτ, κατά την εξέγερση των Σπαρτακιστών τον Ιανουάριο του 1919.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ γεννήθηκε στις 5 Μαρτίου 1871 στο Ζάμοστς της Ρωσίας (σήμερα στην Πολωνία) και ήταν το νεότερο από τα πέντε παιδιά μιας μεσοαστικής εβραϊκής οικογένειας. Από τα μαθητικά της χρόνια αναμίχθηκε σε παράνομες πολιτικές δραστηριότητες και το 1889, σε ηλικία 18 ετών, μετανάστευσε στη Ελβετία και συγκεκριμένα στην Ζυρίχη, όπου σπούδασε νομικά και πολιτική οικονομία, αποκτώντας το διδακτορικό της δίπλωμα το 1898.

Κατά την διάρκεια των σπουδών της ήρθε σε επαφή στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα και γνώρισε σημαντικούς εκπροσώπους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, όπως Γκεόργκι Πλεχάνοφ και ο Πάβελ Άξελροντ. Μαζί με τον συμφοιτητή και αιώνιο εραστή της, Λέο Γιόγκιχες, έθεσε σε αμφισβήτηση τόσο τους Ρώσους όσο και τους πολωνούς σοσιαλιστές, που είχαν ταχθεί υπέρ της πολωνικής ανεξαρτησίας. Γι’ αυτήν, ο εθνικισμός και η εθνική ανεξαρτησία ήταν οπισθοδρομικές παραχωρήσεις στον ταξικό εχθρό, την αστική τάξη. Ήταν υπέρμαχος του σοσιαλιστικού διεθνισμού και διαφωνούσε με τον Λένιν σχετικά με τη θεωρία του για την εθνική αυτοδιάθεση. Αυτή και οι συνεργάτες της ίδρυσαν το Πολωνικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, από το οποίο προήλθε ο πυρήνας του μετέπειτα Πολωνικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το 1898, αφού παντρεύτηκε τον Γκούσταφ Λίμπεκ για να αποκτήσει γερμανική υπηκοότητα, εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο για να εργαστεί στο Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD). Σχεδόν αμέσως ενεπλάκη στις πολιτικές διαμάχες που ταλάνιζαν το μεγαλύτερο και ισχυρότερο κόμμα της Β’ Διεθνούς. Ο ρεφορμιστής Έντουαρντ Μπερνστάιν, ο πατέρας της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, υποστήριζε ότι ο Μαρξ ήταν ξεπερασμένος και ότι ο σοσιαλισμός σε κράτη με υψηλό επίπεδο εκβιομηχάνισης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσω της κοινοβουλευτικής οδού και την συνδικαλιστική πίεση στο κατεστημένο. Η Λούξεμπουργκ απέρριψε την θεώρηση αυτή του Μπερνστάιν, στο βιβλίο της «Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση;», στο οποίο υποστήριζε την αναγκαιότητα της επανάστασης, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια αστική απάτη. Με την άποψή της συντάχθηκε και ο Καρλ Κάουτσκι, ο θεωρητικός ηγέτης της Β Διεθνούς,έτσι που η αναθεωρητική άποψη του Μπερνστάιν να είναι μειοψηφική στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα.

Η Ρωσική Επανάσταση του 1905, διέψευσε κάποια από τα πιστεύω της Λούξεμπουργκ. Μέχρι τότε θεωρούσε ότι η Γερμανία ήταν η χώρα στην οποία ήταν περισσότερο πιθανό να γεννηθεί η παγκόσμια επανάσταση. Τώρα πλέον πίστευε ότι θα μπορούσε να ξεσπάσει στη Ρωσία. Πήγε στη Βαρσοβία, συμμετείχε στον αγώνα, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Από την εμπειρία αυτή γεννήθηκε η θεωρία της για την επαναστατική μαζική δράση, που εξέθεσε στο κείμενό της «Μαζική απεργία, κόμμα και συνδικάτα». Η Λούξεμπουργκ πίστευε τώρα ότι η μαζική απεργία θα μπορούσε να ριζοσπαστικοποιήσει τους εργάτες και να αποτελέσει το σημαντικότερο μέσο τού προλεταριάτου για την επίτευξη της σοσιαλιστικής νίκης. Σε αντίθεση με τον Λένιν, υποτιμούσε την ανάγκη συμπαγούς κομματικής δομής, πιστεύοντας ότι η οργάνωση θα μπορούσε να προκύψει κατά φυσικό τρόπο από τον αγώνα. Για τον λόγο αυτό, κατ’ επανάληψη επικρίθηκε έντονα από τα ορθόδοξα κομμουνιστικά κόμματα.

Μετά την απόλυσή της από τη φυλακή της Βαρσοβίας, δίδαξε στη σχολή τού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στο Βερολίνο (1907-1914), όπου έγραψε το βιβλίο «Η συσσώρευση τού κεφαλαίου» . Στην ανάλυση αυτή περιγράφει τον ιμπεριαλισμό και το αποτέλεσμα δυναμικής επέκτασης του καπιταλισμού στις υπανάπτυκτες περιοχές του κόσμου. Την περίοδο αυτή διέκοψε εντελώς τη σχέση της με την επίσημη κομματική ηγεσία των Άουγκουστ Μπέμπελ και Καρλ Κάουτσκι, οι οποίοι διαφωνούσαν με την αδιάκοπες εκκλήσεις της για την ριζοσπαστικοποίηση των μαζών.

Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα υποστήριξε τη γερμανική κυβέρνηση, απόφαση με την οποία διαφώνησε η Λούξεμπουργκ, περνώντας αμέσως στην αντιπολίτευση. Συμμάχησε με τον Καρλ Λίμπκνεχτ και άλλα ριζοσπαστικά στοιχεία της αριστερής πτέρυγας και σχημάτισαν την Ένωση Σπάρτακος, που είχε ως αποκλειστικό στόχο να θέσει με επανάσταση τέλος στον πόλεμο και να εγκαθιδρύσει προλεταριακή κυβέρνηση. Τα μέλη της ήταν γνωστοί και ως «Σπαρτακιστές».

Το θεωρητικό θεμέλιο της οργάνωσης ήταν το φυλλάδιο της Λούξεμπουργκ «Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας» (1916), γραμμένο στη φυλακή με το ψευδώνυμο Γιούνιους. Στο κείμενο αυτό συμφωνούσε με τον Λένιν, υποστηρίζοντας την ανατροπή της κυβέρνησης και τον σχηματισμό μιας νέας Διεθνούς, ισχυρής και ικανής να εμποδίσει μια καινούρια μαζική σφαγή. Η πραγματική επιρροή τής Ένωσης Σπάρτακος κατά τον πόλεμο παρέμενε, ωστόσο, μικρή.

Μετά την απελευθέρωσή τους από τη φυλακή κατά την επανάσταση του Νοεμβρίου του 1918, η Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ άρχισαν αμέσως να κινητοποιούν δυνάμεις για να στρέψουν την επανάσταση προς τα αριστερά. Ασκούσαν σημαντική επίδραση στο κοινό και ήταν καθοριστικός παράγοντας σε πολλές ένοπλες συγκρούσεις στο Βερολίνο. Όπως οι Μπολσεβίκοι, η Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ ζητούσαν την ανάληψη τής πολιτικής εξουσίας από τα σοβιέτ εργατών και στρατιωτών, αλλά εξουδετερώθηκαν από το συντηρητικό σοσιαλιστικό κατεστημένο και τον στρατό.

Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1918, ίδρυσαν το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD), και πρώτο μέλημα της Λούξεμπουργκ ήταν να προσπαθήσει να περιορίσει την μπολσεβίκικη επιρροή σ’ αυτή τη νέα οργάνωση. Πράγματι, στο κείμενό της «Η Ρωσική Επανάσταση» άσκησε δριμύτατες επικρίσεις στο κόμμα τού Λένιν για τις θέσεις του για το αγροτικό πρόβλημα και για το ζήτημα της εθνικής αυτοδιάθεσης καθώς και για τις δικτατορικές και τρομοκρατικές μεθόδους του. Η Λούξεμπουργκ παρέμενε πάντοτε πιστή στη δημοκρατία και ήταν αντίθετη προς τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό του Λένιν.

Δεν μπόρεσε ποτέ, ωστόσο, να ασκήσει αποφασιστική επιρροή στο νέο κόμμα. Αυτή και ο Λίμπκνεχτ δολοφονήθηκαν στις 15 Ιανουαρίου 1919 από παρακρατικές ακροδεξιές ομάδες, που βρίσκονταν στην υπηρεσία του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Φρίντριχ Έμπερτ, κατα την διάρκεια της εξέγερσης των Σπαρτακιστών.