Κωνσταντίνος Σιμωνίδης
1820 – 1890

Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης έμεινε στην ιστορία για την δεινότητά του να πλαστογραφεί αρχαία κείμενα. Τον έχουν χαρακτηρίσει ως τον μεγαλύτερο πλαστογράφο του 19ου αιώνα. Κανείς όμως δεν αμφισβήτησε την εξυπνάδα, την πειθώ και την πανουργία του.

Η περιπετειώδης ζωή του ξεκινάει στις 5 Νοεμβρίου 1820 (σύμφωνα με άλλες πηγές στις 11 Νοεμβρίου 1824) , όταν βλέπει το πρώτο φως στην Σύμη της Δωδεκανήσου. Σε νεαρή ηλικία αποπειράται να δηλητηριάσει τον πατριό του για άγνωστο λόγο και όταν αποκαλύπτεται, αναγκάζεται να καταφύγει στο Άγιο Όρος. Εκεί στο «Περιβόλι της Παναγίας» θα ασχοληθεί με την αντιγραφή των σπανίων αρχαίων και μεσαιωνικών χειρογράφων και θα μάθει τέλεια την τέχνη της καλλιγραφίας.

Το 1848 τον βρίσκουμε στην Αθήνα, όπου επιδίδεται στο εμπόριο αρχαίων χειρογράφων, εκ των οποίων άλλα είναι αυθεντικά και άλλα πλαστά. Οι απομιμήσεις του είναι τόσο επιτυχημένες, ώστε κατορθώνει να πουλάει πολλά από τα πλαστά χειρόγραφα ως γνήσια. Εξαπατά πολλούς λογίους,ακόμη και την Εθνική Βιβλιοθήκη.

Εκδίδει βυζαντινούς συγγραφείς με κείμενα αυθεντικά, αλλά και με δικές του προσθήκες. Το 1849, κυκλοφορεί το βιβλίο «Συμαΐς», ως δήθεν χαμένο έργο του 13ου αιώνα, αποδιδόμενο σε κάποιο μοναχό, το οποίο παρουσίαζε διάφορες εφευρέσεις που αποδίδονταν στους αρχαίους έλληνες και υπήρχαν μόνο στο μυαλό του.

Ανάμεσα στην παραγωγή του αυτής της περιόδου ήταν ένα ομηρικό χειρόγραφο, ένας πάπυρος ενός χαμένου Αιγύπτιου συγγραφέα και διάφορα εκκλησιαστικά βιβλία, όπως μια πρώιμη έκδοση του Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο και αποσπασμάτων της Καινής Διαθήκης από τον πρώτο αιώνα.

Η απάτη του αποκαλύπτεται από τον Τύπο της εποχής. Η εφημερίδα «Νέα Ελλάς» και το περιοδικό «Πανδώρα» τόν ξεσκεπάζουν με σειρά άρθρων τους και τον αναγκάζουν να εγκαταλείψει την Αθήνα. Περιπλανιέται στα Ιεροσόλυμα, στην Κωνσταντινούπολη και την Ρωσία, όπου διευρύνει τις γνώσεις του σπουδάζοντας φιλοσοφία.

Το 1854, είναι η σειρά της Αγγλίας να γνωρίσει την τέχνη του Σιμωνίδη. Επιχειρεί να πουλήσει μερικά χειρόγραφα στο Βρετανικό Μουσείο και τη Βοδληιανή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, αλλά αποτυγχάνει. Πείθει όμως τον συλλέκτη βιβλίων σερ Τόμας Φίλιπς να αγοράσει μερικά χειρόγραφα για τη βιβλιοθήκη του στο Τσέλτεναμ και διαθέτει στον σερ Φρέντερικ Μάντεν μια πλειάδα μεσαιωνικών κειμένων.

Το 1855, επισκέπτεται το Βερολίνο και τη Λειψία και παρουσιάζει στον κλασσικό φιλόλογο Βίλχελμ Ντίντορφ ένα δήθεν χαμένο παλίμψηστο του ιστορικού Ουράνιου, που είχε στην κατοχή του, με την ιστορία της Αιγύπτου. Ο Ντίντορφ πείστηκε και το χειρόγραφο αγοράστηκε από τον βασιλιά της Πρωσίας για την βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου. Όμως δύο θεολόγοι, ο έλληνας Αλέξανδρος Λυκούργος και ο γερμανός Κόνσταντιν φον Τίσεντορφ απέδειξαν την πλαστότητα του χειρογράφου , με αποτέλεσμα ο Σιμωνίδης να βρεθεί κατηγορούμενος όχι μόνο για πλαστογραφία, αλλά και για την κλοπή του από την βιβλιοθήκη του Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Φυλακίστηκε για μικρό διάστημα και τελικά υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τα γερμανικά εδάφη.

Το άστρο του άρχισε να δύει και κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου για τα προς το ζην, συνέχισε το έργο του, ξεγελώντας αυτή τη φορά ανίδεους περιηγητές. Πέθανε πάμπτωχος στην Αλεξάνδρεια στις 18 Οκτωβρίου 1890 ή κατ’άλλους κάπου στην Αλβανία. Ο σύγχρονός του ιστορικός Γιάκομπ Μπούρκχαρτ έγραψε ότι ο Σιμωνίδης ανήκε στην κατηγορία εκείνη των παραχαρακτών, που «καθοδηγούνται μάλλον από μια ακαταμάχητη παρόρμηση και μια θαυμαστή δεξιοτεχνία, παρά από δίψα για το χρήμα».

Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης επανήλθε στο προσκήνιο την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, κατορθώνοντας και πάλι να διχάσει τους ειδικούς, όταν παρουσιάστηκε σε εκθέσεις στο Τορίνο και το Βερολίνο, ένας πάπυρος, που ήταν απόσπασμα από τα «Γεωγραφούμενα» του Αρτεμίδωρου του Εφέσιου. Σύμφωνα με ορισμένους κλασικιστές πανεπιστημιακούς με προεξάρχοντα τον γνωστό Ιταλό ελληνιστή Λουτσιάνο Κάνφορα, το χειρόγραφο ήταν καταφανώς πλαστό και έργο του Σιμωνίδη.