Ντολόρες Ιμπαρούρι
1895 – 1989

«No Pasaran!» («Δεν θα περάσουν!») ήταν η κραυγή μάχης των Δημοκρατικών ενάντια στους Εθνικιστές του Φράνκο, κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Ήταν η κατακλείδα μιας ραδιοφωνικής ομιλίας της φλογερής επαναστάτριας Ντολόρες Ιμπαρούρι (Ιμπάρουρι η ορθότερη προφορά του επωνύμου της), γνωστής περισσότερο με το ψευδώνυμο «Λα Πασιονάρια» («Το Άνθος του Πάθους»).

Γεννημένη στις 9 Δεκεμβρίου 1895 στην πόλη Γκαγιάρτα της Βασκωνίας, η Ισιδώρα Ντολόρες Ιμπάρουρι Γκόμεθ, ήταν το όγδοο από τα έντεκα παιδιά ενός Βάσκου ανθρακωρύχου. Αν και άριστη μαθήτρια, αναγκάστηκε από τη φτώχεια να εγκαταλείψει το σχολείο στα δεκαπέντε της, για να εργαστεί αρχικά ως ράφτρα και αργότερα ως υπηρέτρια.

Προτού κλείσει τα είκοσί της παντρεύτηκε τον σοσιαλιστή συνδικαλιστή Χουλιάν Ρουίθ. Το ζευγάρι απέκτησε έξι παιδιά, από τα οποία μόνο τα δύο έζησαν πέραν της παιδικής ηλικίας, επειδή, όπως έγραψε στα απομνημονεύματά της, δεν είχαν την αναγκαία ιατρική φροντίδα και διατροφή. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας ήταν κακή και οφειλόταν πρώτιστα στις διώξεις του άνδρα της, ο οποίος μπαινόβγαινε στις φυλακές για την συνδικαλιστική και πολιτική του δράση.

Ήταν η εποχή, που η θρησκευτική της πίστη κλονίστηκε, όταν άρχισε να ριζοσπαστικοποιείται πολιτικά, έχοντας εντρυφήσει στα γραπτά του Καρλ Μαρξ. Το 1918, σ’ ένα άρθρο της στην εφημερίδα «Ο ανθρακωρύχος της Βισκάιας» , χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ψευδώνυμο «Λα Πασιονάρια», με το οποίο έγινε γνωστή και ανυψώθηκε στα όρια του θρύλου. Δύο χρόνια αργότερα εντάχθηκε στο νεοσύστατο Ισπανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΙΚΚ) και από τότε διέγραψε μια θυελλώδη πορεία, στη διάρκεια της οποίας υπήρξε πολλές φορές κρατούμενη για την πολιτική δράση της και ήταν ανάμεσα στους κομμουνιστές βουλευτές της Ισπανικής Βουλής, τον Φεβρουάριο του 1936, λίγο πριν από την έκρηξη του Εμφυλίου Πόλεμου.

Η Ιμπαρούρι κατηγορήθηκε από τους πολιτικούς της αντιπάλους ότι με μια εμπρηστική ομιλία της στη Βουλή, προκάλεσε την δολοφονία από αριστερούς εξτρεμιστές του μοναρχικού πολιτικού Κάλβο Σοτέλο, που αποτέλεσε το πρελούδιο του Εμφυλίου Πολέμου, τον Ιούλιο του 1936. Η ίδια το αρνήθηκε κατηγορηματικά.

Με την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου, είχε ήδη αναδειχθεί σε εθνική φυσιογνωμία, συναρπάζοντας τα πλήθη με τις ομιλίες και τις περίφημες παραινέσεις της. Σε μια ραδιοφωνική της ομιλία, στις 18 Ιουλίου 1936, κατέληξε: «Είναι καλύτερα να πεθάνεις όρθιος, παρά να ζεις γονατιστός. Οι φασίστες δεν θα περάσουν!». Η τελευταία φράση της («No Pasaran!» στα ισπανικά) έγινε σύνθημα των Δημοκρατικών στην Ισπανία και απέκτησε διαχρονική ισχύ. Σε μια άλλη ομιλία απευθυνόμενη σε γυναικείο ακροατήριο, είπε: «Είναι καλύτερα να είστε χήρες ηρώων, παρά σύζυγοι δειλών».

Η Ιμπαρούρι πέρασε το μεγαλύτερο διάστημα του Εμφυλίου Πολέμου σε αποστολές στο εξωτερικό για την υπεράσπιση της κυβέρνησης των Δημοκρατικών, ενώ η χρόνια κόντρα της με τους Τροτσκιστές, που κορυφώθηκε κατά την διάρκεια του Εμφυλίου με τα τραγικά γεγονότα της Καταλωνίας, σκίασαν την φήμη της.

Με την διαφαινόμενη ήττα των Δημοκρατικών από τους Εθνικιστές του Φράνκο, η Ιμπαρούρι διέφυγε με αεροπλάνο στη Σοβιετική Ένωση τον Μάρτιο του 1938. Το 1942, ανέλαβε την ηγεσία του ΙΚΚ έως το 1960, οπότε την διαδέχθηκε ο Σαντιάγο Καρίγιο, ένας από τους εισηγητές του Ευρωκομουνισμού.. Αν και εθεωρείτο σταλινική, διαμαρτυρήθηκε για τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία (1968), γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της τότε Σοβιετικής ηγεσίας. Σε προσωπικό επίπεδο δέχτηκε ένα ακόμα χτύπημα της μοίρας, όταν γιος της Ρουμπέν, σκοτώθηκε στο Στάλινγκραντ, όπου υπηρετούσε ως αξιωματικός του Κόκκινου Στρατού, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Ντολόρες Ιμπαρούρι επέστρεψε στην Ισπανία, στις 13 Μαΐου 1977, 18 μήνες μετά τον θάνατο τού Φράνκο και 34 ημέρες από τη νομιμοποίηση του ΙΚΚ. Τον ίδιο χρόνο επανεξελέγη βουλευτής, αλλά παραιτήθηκε λίγο αργότερα, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της. Πέθανε στις 12 Νοεμβρίου 1989, σε ηλικία 94 ετών.

Η θρυλική αυτή μορφή του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος προκαλούσε την συμπάθεια και των αντιπάλους της. Ακόμη και οι σκληροί Φρανκιστές στις κατ’ ιδίαν συνομιλίες τους παραδέχονταν ότι ήταν μια «Μεγάλη Ισπανίδα».