Εμανουέλ Μακρόν

Εμανουέλ Μακρόν

Ο κεντρώος Εμανουέλ Μακρόν (Εμανιουέλ η ορθότερη προφορά του βαπτιστικού του ονόματος) είναι από τις 14 Μαΐου 2017 πρόεδρος της Γαλλίας, διαδεχόμενος τον σοσιαλιστή Φρανσουά Ολάντ. Είναι ο νεώτερος Γάλλος ηγέτης από την εποχή του Μεγάλου Ναπολέοντα, καθώς αναλαμβάνει τα καθήκοντά του σε ηλικία 39 ετών. Πριν από την εκλογή του στην προεδρία της Γαλλίας δεν είχε ασκήσει ποτέ αιρετό αξίωμα.

Γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1977 στην Αμιένη της Βόρειας Γαλλίας και είναι γιος γιατρών. Μεγάλωσε σε κοσμικό περιβάλλον, αλλά στα 12 του ζήτησε από τους γονείς του να τον βαπτίσουν χριστιανό (ρωμαιοκαθολικό).

Ιδιαίτερα αγαπούσε τη γιαγιά του, από την πλευρά της μητέρας του, για την οποία είχε δηλώσει ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του: «Αυτή μου έμαθε να δουλεύω. Ακόμα από την ηλικία των πέντε ετών, μόλις τελείωνα το σχολείο, περνούσα πολλές ώρες μαζί της, μαθαίνοντας γραμματική, ιστορία, γεωγραφία... και ανάγνωση. Πέρασα μέρες ολόκληρες διαβάζοντας δυνατά δίπλα της Μολιέρο και Ρακίνα και Ζορζ Ντουαμέλ, συγγραφέας λίγο ξεχασμένος, τον οποίο αγαπούσε πολύ, Μοριάκ και Τζιονό.»

Ο Εμανουέλ Μακρόν φοίτησε σε σχολείο Ιησουϊτών, όπου σε ηλικία 16 ετών ερωτεύτηκε την καθηγήτριά του στις θεατρικές σπουδές Μπριζίτ Οζιέρ, 24 χρόνια μεγαλύτερή του, παντρεμένη με τρία παιδιά. Οι γονείς του για να διακόψουν την «ανάρμοστη» σχέση τον έστειλαν στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Λύκειο. Τελικά, o Μακρόν νυμφεύτηκε την αγαπημένη του το 2007, μετά το διαζύγιό της το 2006.

Σπούδασε φιλοσοφία και πολιτικές επιστήμες και αποφοίτησε από την περίφημη σχολή δημόσιας διοίκησης ΕΝΑ, που προετοιμάζει τα ανώτερα στελέχη της γαλλικής γραφειοκρατίας. Από το 2004 έως το 2008 εργάστηκε ως ανώτατος εφοριακός (επιθεωρητής) στο Υπουργείο Οικονομικών, οπότε μεταπήδησε στον ιδιωτικό τομέα και συγκεκριμένα στην τράπεζα Ρότσιλντ, αφού προηγουμένως πλήρωσε 50.000 ευρώ για να αποδεσμευτεί από το γαλλικό δημόσιο.

Από το 2006 έως το 2009, ο Εμανουέλ Μακρόν ήταν μέλος του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και από το 2012 έως το 2014 εργάστηκε στο επιτελείο του γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ. Το 2014 διορίστηκε υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, διαδεχόμενος τον Πιερ Μοσκοβισί και παρέμεινε στη θέση του μέχρι τον Αύγουστο του 2016. Κατά τη διάρκεια της θητείας του προώθησε μέτρα για τη φιλελευθεροποίηση της χειμαζόμενης γαλλικής οικονομίας, που προκάλεσαν αντιδράσεις στους κόλπους του Σοσιαλιστικού Κόμματος και εν γένει της Αριστεράς.

Το 2015 δήλωσε ότι δεν έχει καμία σχέση με το Σοσιαλιστικό Κόμμα και στις 6 Απριλίου 2016 ανακοίνωσε στη γενέτειρά του Αμιένη την ίδρυση του κόμματος «En Marche!» («Εμπρός!») ή όπως είναι ο επίσημος τίτλος του «Ένωση για την Αναγέννηση της Πολιτικής Ζωής», ένα κεντρώο φιλοευρωπαϊκό κόμμα που εντάσσεται στο χώρο του κοινωνικού φιλελευθερισμού, με το οποίο κατήλθε υποψήφιος στις Προεδρικές Εκλογές του 2017.

Παρότι δε ήταν το φαβορί, ο ο Εμανουέλ Μακρόν κατόρθωσε να κόψει πρώτος το νήμα στον πρώτο γύρο (23 Απριλίου), εκμεταλλευόμενος τη φτωχή επίδοση, λόγω σκανδάλων, του κεντροδεξιού υποψηφίου Φρανσουά Φιγιόν και την ακόμη φτωχότερη επίδοση του άχρωμου σοσιαλιστή υποψηφίου Μπενουά Αμόν. Στον δεύτερο γύρο (7 Μαΐου) ήταν εύκολη υπόθεση γι’ αυτόν να συντρίψει την ακροδεξιά υποψήφια Μαρίν Λεπέν.

Στην τελευταία του συνέντευξη, που έδωσε πριν από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών (5 Μαΐου) στην ενημερωτική ιστοσελίδα Mediapart, αναφέρθηκε και στο ελληνικό πρόβλημα. «Είμαι υπέρ μιας συντονισμένης αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, διατηρώντας την Ελλάδα στην ευρωζώνη» δήλωσε, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι θα ηγηθεί της «μάχης» για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Τον χαρακτήρα του Εμανουέλ Μακρόν σκιαγράφησε σε άρθρο της αγγλικής εφημερίδα «The Guardian» (17 Φεβρουαρίου 2017) ο οικονομολόγος και κουμπάρος του Μαρκ Φερασί. «Δεν συλλέγει ρολόγια, δεν είναι καταναλωτικός τύπος. Το πιστεύω του είναι ότι το χρήμα σού παρέχει ελευθερία. Ο καλύτερος τρόπος να καταλάβετε τον Μακρόν είναι να γνωρίζετε ότι αυτό που τον καθορίζει είναι η ελευθερία. Όταν έφυγε από την Αμιένη ήταν επειδή ήθελε να είναι ελεύθερος να ζήσει τη σχέση του με την Μπριζίτ. Όταν πήγε στους Ρότσιλντ, ήθελε την οικονομική του ελευθερία. Και αργότερα, όταν άφησε τη θέση του υπουργού Οικονομίας, επρόκειτο για ένα είδος πολιτικής ελευθερίας. Αυτή οδηγεί τις επιλογές του».