Ζορζ Κλεμανσό
1841 – 1929

Διακεκριμένος γάλλος δημοσιογράφος, εκδότης και πολιτικός. Ηγετική προσωπικότητα της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας (1870-1940), διετέλεσε πρωθυπουργός της Γαλλίας δύο φορές (1906-1909 και 1917-1920) και θεωρείται ένας από τους αρχιτέκτονες της νίκης των Συμμάχων κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Ζορζ Μπενζαμέν Κλεμανσό (Georges Benjamin Clemenceau) γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1841 στην πόλη Βανδέα (Βαντέ) της Δυτικής Γαλλίας και καταγόταν από παλιά αστική οικογένεια. Ο παππούς του είχε τιμηθεί με τίτλο ευγενείας από τον Λουδοβίκο ΙΓ', ενώ ο πατέρας του Μπενζαμέν Κλεμανσό ήταν γιατρός και υπέρμαχος των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης και της Δημοκρατίας. Όταν του μιλούσαν για κάποιον από τους δύο χωρίς να προσδιορίζουν το μικρό του όνομα, απαντούσε: «Ποιόν εννοείτε, τον μαρκήσιο ή τον ξεβράκωτο;». Ο πατέρας του αποτέλεσε το μοναδικό πρότυπο για τον νεαρό Ζορζ. «Ο πατέρας μου διαμόρφωσε τον χαρακτήρα μου, του οφείλω τα πάντα» είχε αποκαλύψει σε μία σπάνια εξομολόγησή του.

Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή της Νάντης και στη συνέ­χεια στην αντίστοιχη του Παρισιού. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του, έφυγε το 1865 για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έφθασε εκεί την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου και εξάσκησε την ιατρική στη Νέα Υόρκη, ενώ συνεργαζόταν ως ανταποκριτής με γαλλικές εφημερίδες. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο Νέο Κόσμο εντυπωσιάστηκε από τις αρετές των Αμερικανών και ιδιαίτερα από την ελευθερία της έκφρασης. Το καλοκαίρι του 1869 παντρεύτηκε την αμερικανίδα Μέρι Πλάμερ, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Το ζευγάρι χώρισε το 1891.

Το 1870 επέστρεψε στη Γαλλία και εγκατα­στάθηκε στη Μονμάρτρη, ασκώντας την ιατρική. Τον ίδιο χρόνο εξελέγη δήμαρχος του 18ου Διαμερίσματος της γαλλικής πρωτεύουσας, όπου λί­γο αργότερα θα ξεσπούσε η εξέγερση της Κομμούνας του Παρι­σιού. Ανέλαβε ρόλο μεσολαβητή, οι προσπάθειές του όμως απέτυχαν. Απογοητευμένος παραιτήθηκε, αλλά επανεξελέγη δημοτικός σύμβουλος. Το 1876 εξελέγη βουλευτής και εξελίχθηκε σε ηγετική προ­σωπικότητα του Ριζοσπαστικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και της Αριστεράς. Το μεγαλύτερο διάστημα της σταδιοδρομίας του η θέση του ήταν στην αντιπολίτευση, την οποία υπηρέτησε με μαχητικότητα και σαρκαστική ρητορική δεινότητα, όχι μόνο από τα έδρανα του κοινοβουλίου, αλλά και από τις σελίδες των εφημερίδων του.

Το 1886 προκάλεσε την παραίτηση του πρωθυπουργού Ζιλ Φερί, στον οποίο επιτέθηκε για την αποικιοκρατική πολιτική του («έπαιζε το παιχνίδι του Βίσμαρκ, σπαταλούσε τις δυνάμεις της Γαλλίας και υποδούλωνε τους έγχρωμους λαούς»). Την επόμενη χρονιά υποστήριξε τον Ζορζ Μπουλανζέ, αλλά στράφηκε εναντίον του, προκαλώντας την πτώ­ση του, όταν συνειδητοποίησε ότι αποτελούσε έναν επικίνδυνο δη­μαγωγό εθνικιστή.

Ύστερα από την αποτυχία του να επανεκλε­γεί βουλευτής το 1893, εξαιτίας των συκοφαντικών κατηγοριών για ανάμιξή του στο σκάνδαλο της γαλλικής εταιρείας της Διώρυγας του Παναμά, αφιερώθηκε για ένα διάστημα αποκλειστικά στη δημο­σιογραφία. Από την εφημερίδα του «La Justice» («Η Δικαιοσύνη») και στη συνέ­χεια από τη «L’ Aurore» («Η Αυγή»), υπερασπί­στηκε με τη γνωστή του μαχητικότητα την αθωότητα του Ντρέιφους. Στη δική του εφημερίδα δημοσιεύτηκε η περίφημη ανοιχτή επιστολή του Εμίλ Ζολά για την υπόθεση Ντρέιφους, με τίτλο «Κατηγορώ».

Η αποκατάσταση του Ντρέιφους υπήρξε και δική του. Οι επόμενες εκλογές τον έφεραν πανηγυρικά στη Γερουσία, της οποίας υπήρξε μέλος ως την αποχώρησή του από την πολιτική το 1920. Ανέλαβε το πρώτο κυβερνητικό του αξίωμα στα 64 χρόνια του, ως υπουργός των Εσωτερικών, αποφασισμένος να επιτύχει τον χωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος. Μερικούς μήνες αργότερα έγινε πρωθυπουργός. Η σκληρή στάση του στις απεργίες που ξέσπασαν εκείνη την περίοδο στη Γαλλία απετέλεσε αφορ­μή πύρινων αντιπαραθέσεων με τον σοσιαλιστή ηγέτη Ζαν Ζορές. Στα θετικά της πρώτης πρωθυπουργίας του προσμετρώνται η υποχρεωτική εβδομαδιαία αργία, η θέσπιση του φόρου εισοδήματος και των εργατικών συντάξεων. Παραιτήθηκε το 1909, έπειτα από μία διαμάχη με τη Γερμανία για ένα επει­σόδιο στην αποικία του Μαρόκου.

Έφυγε για ένα διάστημα για μία περιοδεία στο εξωτερικό, εκφωνώντας ομιλίες με θέμα τη δη­μοκρατία στην Αργεντινή, στην Ουρουγουάη και τη Βραζιλία. Επιστρέφοντας στη Γερουσία το 1911 ήταν πεπεισμένος για τις πολεμικές προθέσεις της Γερμανίας. Ξεκίνησε αγώνα για να κάνει γνωστές τις απόψεις του και το 1913 ίδρυσε μία ακόμη εφη­μερίδα, τη «L’ Homme Libre» («Ο Ελεύθερος Άνθρωπος»), η οποία μετά την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου και την επιβολή της λογοκρισίας μετονομάστηκε σε «L’ Homme Enchaine» («Ο Αλυσοδεμένος Ανθρωπος»).

Το 1917, σε μία κρίσιμη καμπή του πολέμου, ανέλα­βε εκ νέου πρωθυπουργός και κατόρθωσε να σώσει τη Γαλλία και τους Συμμάχους. Η εμμονή του για μία ενιαία στρατιωτική διοίκηση των συμμαχικών δυνάμεων απέδωσε καρπούς και του αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός «Πατέρας της Νίκης». Αναδείχθηκε σε αρχιτέκτονα της Συνθήκης των Βερσαλιών και υπέρμαχος της σκληρής στάσης απέναντι στην ηττημένη Γερμανία. Την 11η Νοεμβρίου 1918 η Γαλλία ψήφισε νόμο, με τον οποίο ανα­γνώριζε ότι ο πολίτης Κλεμανσό πρόσφερε την ύψιστη υπηρεσία στην πατρίδα. Οι Γάλλοι, ωστόσο, δεν τον ανέδειξαν στο αξίωμα του προέδρου της Δημοκρατίας το 1920, προκαλώντας την οριστική αποχώρησή του από την πολιτική.

Ο Ζορζ Κλεμανσό πέθανε στο Παρίσι στις 24 Νοεμβρίου 1929, σε ηλικία 88 ετών και ετάφη, σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία του, κοντά στον πατέρα του, στο νεκροταφείο της γενέτειράς του, χωρίς θρη­σκευτική τελετή, επιτύμβιες επιγραφές και τιμές. «Στην κηδεία μου» είχε πει κάποτε «θέλω μόνο τα άκρως απαραίτητα, δηλα­δή εμένα».

Η καλύτερη ίσως περιγραφή για τον Κλεμανσό προέρχεται από τον ίδιο. «Υπάρχει μέσα μου ένα μείγμα αναρχικού και συντηρητικού, οι αναλογίες του οποί­ου δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμη» είχε πει κάποτε ο «Τίγρης», όπως τον αποκαλούσαν. Ριζοσπάστης και πατριώτης, βουλευτής της Αριστεράς, που ως υπουργός Εσωτερικών κατέστειλε με αίμα εργατικές απεργίες (αποκλήθηκε ο «πρώτος μπάτσος της Γαλλίας»), επιβάλλοντας παράλληλα την υποχρεωτική εβδομαδιαία αργία και το οκτάωρο, υπήρξε άνθρωπος των άκρων και των αντιθέσεων. Οι εκρήξεις θυμού του ήταν τρομερές, η επι­μονή του παροιμιώδης. Δεν υποχωρούσε ποτέ, δεν εγκατέλειπε το στόχο του, δεν έκρυβε τις αντιπάθειές του. Ήταν επικίνδυνος και ανελέητος αντίπαλος σε κάθε είδους μονομαχία: όλοι έτρεμαν το ξίφος, το πιστόλι και τη γλώσσα του. Η τελευταία, εύ­γλωττη, ωμή και καυστική, του χάρισε το παρατσούκλι «Ο κατεδαφιστής των κυβερ­νήσεων» και πολλούς εχθρούς.