Ορνέτ Κόλμαν
1930 – 2015

Αμερικανός σαξοφωνίστας και συνθέτης, από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στην ιστορία της τζαζ, αν και στην αρχή κατάφερε να διχάσει βαθιά τον κόσμο της τζαζ με την αντισυμβατική δομή της μουσικής του. Αυτοδίδακτος μουσικός συνέβαλε καθοριστικά στο κίνημα της μοντέρνας τζαζ, που ονομάστηκε φρι-τζαζ (free-jazz) από τον ομώνυμο δίσκο του τού 1960.

Ο Ράντολφ Ντέναρντ Ορνέτ Κόουλμαν (Randolph Denard Ornette Coleman) - στην Ελλάδα είναι γνωστός στους κύκλους της τζαζ ως Κόλμαν - γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1930 στο Φορτ Γουορθ του Τέξας, από φτωχή οικογένεια. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά ότι μεγάλωσε τόσο φτωχός («poor»), που δεν άντεχε καν να προφέρει όλη τη λέξη «φτωχός» κι έλεγε χαρακτηριστικά «so po».

Άρχισε να μελετά σαξόφωνο σε ηλικία 14 ετών και, έφηβος ακόμη, έπαιζε σε τοπικά κλαμπ μπλουζ και μπίμποπ. Το 1949 μετείχε σε περιοδεία, αρχικά με μία παραδοσιακή ορχήστρα τζαζ, που έπαιζε σε πανηγύρια και γιορτές, και συνέχισε με ένα μουσικό συγκρότημα ριθμ εντ μπλουζ.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 κι ενώ εργαζόταν ως χειριστής ανελκυστήρα στο Λος Άντζελες άρχισε να μελετά θεωρία της μουσικής. Το ανορθόδοξο παίξιμό του στο σαξόφωνο (τενόρο και μετά άλτο) δεν του έδινε πολλές ευκαιρίες επαγγελματικής απασχόλησης, ενώ δεν έχαιρε και ιδιαίτερης εκτίμησης από τους μουσικούς που τον θεωρούσαν φάλτσο. Ανασταλτικό παράγοντα στην επαγγελματική του ανέλιξη αποτελούσε και η μη αποδοχή του από τη μουσική βιομηχανία.

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 κι ενώ είχε μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, σχημάτισε ένα κουαρτέτο με τον τρομπετίστα Ντον Τσέρι, τον ντράμερ Μπίλι Χίγκινς και τον μπασίστα Τσάρλι Χέιντεν, με το οποίο πραγματοποίησε τις πρώτες του ηχογραφήσεις. Τα άλμπουμ «Something Else» (1958) και το προφητικό «The Shape of Jazz to Come» (1959) ήταν οι προπομποί του σημαδιακού άλμπουμ «Free Jazz: A Collective Improvisation», που κυκλοφόρησε στις 21 Δεκεμβρίου 1960 και άλλαξε τη ρότα της τζαζ.

Αποτελείται από μία και μόνη σύνθεση, που διαρκεί περί τα 40 λεπτά - η μεγαλύτερη μέχρι τότε στο χώρο της τζαζ - και βασίζεται στην ατονικότητα και τον αυτοχεδιασμό. Συμμετείχε ένα διπλό κουαρτέτο με τους Ντον Τσέρι και Φρεντ Χάμπαρντ στις τρομπέτες, τον Έρικ Ντόλφι στο μπάσο κλαρινέτο, τους Τσάρλι Χέντεν και Σκοτ ΛαΦάρο στα κοντραμπάσα, τους Μπίλι Χίγκινς και Εντ Μπλακγουελ στα ντραμς και τον ίδιο το Ορνέτ Κόλμαν στο άλτο σαξόφωνο.

Ο δίσκος, αλλά και το ιδίωμα της φρι-τζαζ δίχασαν κοινό και κριτικούς. Οι  οπαδοί του τον θεωρούν πρωτοπόρο και καινοτόμο στο ύψος ενός Λούις Άρμστρονγκ κι ενός τον Τσάρλι Πάρκερ. Οι επικριτές του, ωστόσο, χαρακτήριζαν τη μουσική του «ακατέργαστη και αυτοαναφορική» και «ασυνάρτητη και άσχημη, που προκαλεί αναγούλα», αν και αργότερα πολλοί εξ αυτών άλλαξαν γνώμη.

Ο όρος «Φρι τζαζ» (Free jazz), τον οποίο δεν αποδεχόταν ο Κόλμαν, προσδιορίζει μία πειραματική και προκλητική μουσική, που έχει ως χαρακτηριστικό τον υψηλό βαθμό διαφωνίας. Οι εκτελεστές δοκιμάζουν νέους ήχους, εμπνεόμενοι από έξω - ευρωπαϊκούς πολιτισμούς. Ο ομαδικός αυτοσχεδιασμός, όπου όλοι οι εκτελεστές αυτοσχεδιάζουν ταυτόχρονα και ανεξάρτητα από την αρμονική διαδοχή της σύνθεσης, ήταν κάτι το σύνηθες, προσδίδοντας μερικές φορές την αίσθηση του «οργανωμένου χάους».

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 ο Κόλμαν περιόδευσε στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις, όπως οι «Berlin Jazz Days» (1965), ενώ συγχρόνως έμαθε μόνος του τρομπέτα και βιολί. Στις συνθέσεις εκείνης της εποχής συγκαταλέγεται το «Skies of America», έργο για κουαρτέτο και συμφωνική ορχήστρα, το οποίο συνέθεσε με την υποστήριξη της πρώτης από τις δύο υποτροφίες του ιδρύματος Γκούγκενχαϊμ που του είχαν απονεμηθεί. Το έργο αυτό πρωτοπαρουσιάστηκε και ηχογραφήθηκε το 1972, με τη Συμφωνική Ορχήστρα τού Λονδίνου. Η σύνθεση αυτή ενσαρκώνει την αρμολωδική σύλληψη του Κόλμαν, όπως την ονόμαζε, με την οποία προσπάθησε να δημιουργήσει ένα ισομερές κράμα μελωδίας, ρυθμού και αρμονίας. Σύμφωνα με τη θεωρία του, δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι τρόποι να κάνει κάποιος μουσική. Έτσι, οι μουσικοί εκφράζουν ελεύθερα τα συναισθήματά τους μέσα από τη μουσική. Η μελωδία, ο ρυθμός και η αρμονία χρησιμοποιούνται ισότιμα κι έτσι οι μουσικοί παίζουν, σκέφτονται και αισθάνονται μέσα από ένα συνδυασμό ήχων, έχοντας με αυτό τον τρόπο απεριόριστη ελευθερία.

Στη δεκαετία του 1970 επισκέφθηκε τη Νιγηρία και το Μαρόκο και προσπάθησε να ενσωματώσει στοιχεία τοπικής μουσικής στις συνθέσεις του. Προϊόν αυτής της επίσκεψης ήταν ο δίσκος «Dancing in your head» του 1976. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 σχημάτισε το «Σεπτέτο» του και αργότερα το «ηλεκτρικό» συγκρότημα «Prime Time». Η μουσική του ήταν μία σύζευξη ροκ, φανκ και «αρμολωδικού» ριθμ εντ μπλουζ.

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 συνεργάστηκε με τον κιθαρίστα Τζέρι Γκαρσία των Grateful Dead στο δίσκο του «Virgin Beauty» (1988) και ο Κόλμαν ανταπέδωσε επί σκηνής σε συναυλία του συγκροτήματος το 1993. Το 1985 αίσθηση έκανε η συνεργασία του με τον κιθαρίστα Πατ Μέθενι στον δίσκο «Song X».

Το 2007 το έργο του είχε επιτέλους αναγνωρίστηκε και μέσα στην ίδια χρόνια κέρδισε δύο σημαντικά βραβεία: το Πούλιτζερ για το δίσκο του «Sound Grammar» (2006) και το Γκράμι για την προσφορά του στη μουσική. Το καλοκαίρι του 2008 (11 Ιουλίου) εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε μία συναυλία γνωριμίας με το αθηναϊκό κοινό της τζαζ στο Παλάς της οδού Βουκουρεστίου.

Ο Ορνέτ Κόλμαν πέθανε στις 11 Ιουνίου 2015 στη Νέα Υόρκη, σε ηλικία 85 ετών. Από τον γάμο του με την ποιήτρια Τζέιν Κορτέζ, που κράτησε 10 χρόνια (1954-1964), απέκτησε ένα γιο, τον ντράμερ Ντενάρντο Κόλμαν (1956).