Μιχάλης Γενίτσαρης
1917 – 2005

Ο ρεμπέτης Μιχάλης Γενίτσαρης ή Γεννήτσαρης, όπως ήταν κανονικά το επίθετό του, γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1917 στην Αγια-Σοφιά του Πειραιά. Ο πατέρας του διατηρούσε μπιραρία στη γειτονιά, δουλειά που δεν ήταν αρκετή για την επιβίωση της οικογένειας.

Στους δρόμους από τα 10 του χρόνια, πρωτάκουσε μπουζούκι από το ταβερνείο που βρισκόταν απέναντι από το σπίτι του. Ήταν το μαγαζί του περίφημου Γιώργου Μπάτη. Γοητευμένος από τον ήχο του οργάνου, μια μέρα ανακάλυψε κρυμμένο σε μια κασέλα ένα παλιό μπαγλαμαδάκι του πατέρα του και αυτοδίδακτος άρχισε σιγά - σιγά να παίζει.

Σε ηλικία 17 ετών -κι ενώ δούλευε στις επισκευές καραβιών για να ζήσει- έγραψε το πρώτο του τραγούδι, το περίφημο «Εγώ μάγκας φαινόμουνα», το οποίο γραμμοφωνήθηκε τρία χρόνια αργότερα στην Columbia. Το τραγούδι έκανε τεράστια επιτυχία και ο Γενίτσαρης βρέθηκε στο πάλκο του θρυλικού «Δάσους» του Α. Βλάχου στο Βοτανικό να συνεργάζεται με τον Βαμβακάρη, τον Παγιουμτζή, τον Τσιτσάνη, τον Κηρομύτη, τον Δελιά κ.ά.

Το μπουζούκι, ταυτισμένο εκείνη την εποχή με την αλητεία, ήταν υπό διωγμόν. Όταν ένας αστυφύλακας συνέλαβε τον Γενίτσαρη και του έσπασε το μπουζούκι, εκείνος τον ξυλοφόρτωσε, με αποτέλεσμα να παραμείνει για έξι μήνες έγκλειστος στις φυλακές Αβέρωφ. Αυτή ήταν η πρώτη καταδίκη του, καθώς ακολούθησαν πολλές ακόμα για παρόμοιους λόγους.

Στη διάρκεια της Κατοχής, «πολέμησα -θυμόταν ο ίδιος- τους Γερμανούς με τους σαλταδόρους». Η εμπειρία του αυτή έγινε τραγούδι και μάλιστα εμβληματικό: είναι ο θρυλικός «Σαλταδόρος»... «Εγώ πάντα βολεύομαι γιατί τηνε σαλτάρω / σε κάνα αμάξι Γερμανού και πάντα τη ρεφάρω. Θα σαλτάρω, θα σαλτάρω, τη ρεζέρβα να τους πάρω».

Μετά την απελευθέρωση, ο Γενίτσαρης συνέχισε την πορεία του στα λαϊκά πάλκα. Έγραψε περί τα 700 τραγούδια, αλλά από αυτά πολύ λίγα γραμμοφωνήθηκαν. Τραγούδια του, βέβαια, ερμήνευσαν κατά καιρούς μερικοί από τους μεγαλύτερους του λαϊκού τραγουδιού: Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Γαβαλάς, Γκρέυ, Παγιουμτζής, Διονυσίου, Βιτάλη, Αλεξίου, Νταλάρας, Μητσιάς, Γλυκερία κ.ά.

Από το 1951 έως το 1972 ο Γενίτσαρης, ουσιαστικά, χάθηκε. Ένα διάστημα φυλακίσθηκε, μετά άνοιξε ένα μπουζουξίδικο στην Αίγινα αλλά έπεσε έξω οικονομικά και μετά έπιασε δουλειά στη λαχαναγορά.

Από την αφάνεια τον ανέσυρε ο Ηλίας Πετρόπουλος, που από το 1971 οργάνωσε στο «Κύτταρο» σειρά εμφανίσεων των βετεράνων του ρεμπέτικου. Με τις επανεκδόσεις των παλαιών εκτελέσεων των τραγουδιών του σε νέους δίσκους ή με νέες εκτελέσεις από τραγουδιστές όπως ο Νταλάρας, ο Γενίτσαρης άρχισε να γίνεται γνωστός στο ευρύτερο κοινό.

Το 1996 αποφάσισε ν' αποσυρθεί. Προς τιμήν του διοργανώθηκε στο θέατρο του Λυκαβηττού μια μεγάλη, πολυσυμμετοχική συναυλία. Τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκε σποραδικά, μέχρι να αποσυρθεί οριστικά. Πέθανε στις 11 Μαΐου του 2005.