Κοντσέρτο για Πιάνο Αρ. 1 του Τσαϊκόφσκι

Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι

Από τα δημοφιλέστερα έργα του σπουδαίου ρώσου συνθέτη Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι (1840-1893) και από τα αριστουργήματα της πιανιστικής φιλολογίας, με το οποίο αναμετράται κάθε πιανίστας που θέλει να θεωρείται μεγάλος. Ο πλήρης τίτλος του έργου είναι Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1 σε Σι ύφεση ελάσσονα, έργο 23.

Ο Τσαϊκόφσκι άρχισε να συνθέτει το κοντσέρτο τον Νοέμβριο του 1874 και το ολοκλήρωσε τον Φεβρουάριο του 1875. Αρχικά σκόπευε να το αφιερώσει στον φίλο του πιανίστα Νικολάι Ρουμπινστάιν (1835-1881), αλλά όταν αυτός σε μια πρώτη ακρόαση του έργου στο Ωδείο της Μόσχας (5 Ιανουαρίου 1875) το χαρακτήρισε «κοινότοπο» και «προχειροφτιαγμένο» οι σχέσεις των δύο ανδρών ψυχράνθηκαν. Ο συνθέτης ένοιωσε βαθύτατα πληγωμένος και απέσυρε την αφιέρωση, την οποία πρόσφερε στον γερμανό πιανίστα και διευθυντή ορχήστρας Χανς φον Μπίλοβ (1830-1894), ο οποίος σε ένα πρόσφατο άρθρο του είχε χαρακτηρίσει τον Τσαϊκόφσκι «ένα πολλά υποσχόμενο συνθέτη».

Ο φον Μπίλοβ κολακεύτηκε από την αφιέρωση και στην ευχαριστήρια επιστολή του προς τον συνθέτη του δήλωνε τον θαυμασμό του και τον κατέτασσε μεταξύ των πέντε καλύτερων σύγχρονων συνθετών που εκτιμούσε (Οι άλλοι τέσσερεις ήταν οι Μπραμς, Ραφ, Ραϊνμπέργκερ και Σεν Σανς). Στις 25 Οκτωβρίου του 1875 ο Μπίλοβ το παρουσίασε σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεσε στη Βοστώνη των ΗΠΑ, όπου βρισκόταν για καλλιτεχνική περιοδεία, ενθουσιάζοντας κοινό και κριτικούς.

Στις 13 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου ήταν η σειρά του ρωσικού φιλόμουσου κοινού να υποδεχθεί θερμά το κοντσέρτο του Τσαϊκόφσκι. Το πρωτοπαρουσίασε σε συναυλία στην Αγία Πετρούπολη ο ρώσος πιανίστας και μουσικοδιδάσκαλος Γκούσταβ Κρος (1831-1885). Λίγες ημέρες αργότερα, στις 3 Δεκεμβρίου, ήταν σειρά των Μοσχοβιτών να αποθεώσουν τον συνθέτη. Το κοντσέρτο ερμήνευσε ο Νικολάι Ρουμπινστάιν, ο οποίος, εν τω μεταξύ, είχε αναθεωρήσει τη στάση του απέναντι στο έργο και από δεινός επικριτής του είχε μεταμορφωθεί σε ενθουσιώδη υποστηρικτή του. Σε αναθεωρήσεις του έργου προέβη και ο Τσαϊκόφσκι, λαμβάνοντας σοβαρά, όπως φαίνεται τις υποδείξεις του φίλου του. Η πρώτη έγινε το καλοκαίρι του 1879 και η οριστική τον Δεκέμβριο του 1888. Είναι η μορφή του έργου που ακούμε σήμερα.

Το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1» του Τσαϊκόφσκι αποτελείται από τρία μέρη:

  • Allegro non troppo e molto maestoso
    Το πρώτο μέρος αρχίζει με μια επιβλητική μελωδία, που εισάγουν τα κόρνα και ακολουθούν όλα τα όργανα της ορχήστρας, στα οποία πρωτοστατούν τα έγχορδα. Μετά το πιτσικάτο των βιολιών το πιάνο αναπτύσσει το κύριο θέμα με δυνατά επιβλητικά ακόρντα. Πρόκειται για μια χαρούμενη λαϊκή μελωδία, που περνάει από το πιάνο στα λοιπά όργανα. Οι βιογράφοι του αναφέρουν ότι την άκουσε από ένα τυφλό ζητιάνο σε ένα δρόμο του Κιέβου.
  • Andantino semplice
    Το δεύτερο μέρος χαρακτηρίζεται από λυρική διάθεση και γεμάτα πάθος μελωδικά στοιχεία, τα οποία οδηγούν στο τρίτο θέμα του ιδίου μέρους. Σ’ αυτό και οι τρεις μελωδικοί άξονες καταλήγουν σε μία μεγαλειώδη δραματική ολοκλήρωση, όπου το πιάνο και τα χάλκινα πνευστά περιγράφουν με απαράμιλλη δεινότητα τα αντικρουόμενα συναισθήματα που καταδυνάστευαν την ψυχή του συνθέτη. Το δεύτερο μέρος βασίζεται σε δύο παράλληλα θέματα: μια ρώσικη λαϊκή ήρεμη μελωδία και σε ένα παλιό γαλλικό τραγουδάκι, που τραγουδιόταν από τα μέλη της οικογένειας Τσαϊκόφσκι. Πρόκειται για το «Il faut s'amuser, danser et rire» («Πρέπει να διασκεδάζεις, να χορεύεις και να γελάς»).
  • Allegro con fuoco
    Το τρίτο μέρος αποτελείται από ένα χαρούμενο τραγούδι, το οποίο αναπτύσσει η ορχήστρα και το πιάνο. Βασίζεται στο λαϊκό ουκρανικό τραγούδι «Έλα Ιβάνκα να τραγουδήσεις την άνοιξη». Το μέρος αυτό καταλήγει σ’ ένα επιβλητικό ύμνο, σ’ ένα θριαμβευτικό μοτίβο με πολλά χορευτικά στοιχεία, στο οποίο εναλλάσσονται το πιάνο και η ορχήστρα.

Με το έργο αυτό ο Τσαϊκόφσκι άρχισε να γίνεται γνωστός, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το όνειρό του να γίνει ένας μεγάλος συνθέτης, που ο κόσμος θα μιλούσε γι’ αυτόν, είχε αρχίσει να πραγματοποιείται.