Εισβολή στη Βουλή

Οι επιδρομείς χειρονομούν κατά του κτιρίου της Βουλής

Στις 5 Ιουλίου 1964 επρόκειτο να διεξαχθούν δημοτικές εκλογές στην Ελλάδα. Τη χώρα κυβερνούσε η Ένωση Κέντρου, με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου του 53%. Ο Παπανδρέου, μόλις είχε επιστρέψει από το πρώτο επίσημο ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου είχε δεχθεί αφόρητες πιέσεις από τον Αμερικανό πρόεδρο Λίντον Τζόνσον για λύση του Κυπριακού. Τον δημαρχιακό θώκο της Αθήνας διεκδικούσαν τρεις βουλευτές, πίσω από τους οποίους ήταν στοιχημένες οι τρεις βασικές πολιτικές παρατάξεις της εποχής. Ο απόστρατος στρατηγός Παυσανίας Κατσώτας εκπροσωπούσε την κυβερνητική Ένωση Κέντρου, ο ασφαλιστής Γεώργιος Πλυτάς τη δεξιά ΕΡΕ και ο καθηγητής του ΕΜΠ, Νίκος Κιτσίκης την αριστερή ΕΔΑ.

Το βράδυ της 3ης Ιουλίου η Βουλή βρισκόταν σε συνεδρίαση για το Κυπριακό. Την ίδια ώρα, ο υποψήφιος δήμαρχος της Δεξιάς, Γεώργιος Πλυτάς, πραγματοποιούσε την κεντρική προεκλογική του συγκέντρωση στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Μετά το τέλος της ομιλίας του, μερικές εκατοντάδες νεαροί ξεχύνονται προς την οδό Πανεπιστημίου, φωνάζοντας συνθήματα κατά του κυβερνώντος κόμματος και του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου και υπέρ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που βρίσκεται αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Οι διαδηλωτές περνούν μπροστά από το εκλογικό κέντρο του υποψηφίου της Αριστεράς, Νίκου Κιτσίκη και μόλις που συγκρατούνται από την αστυνομία για να μην τα κάνουν γυαλιά-καρφιά.

Στη συνέχεια διακόπτουν την κυκλοφορία, ανατρέπουν ένα αυτοκίνητο στη Βουκουρεστίου και φτάνουν στη διασταύρωση της Βασιλίσσης Σοφίας, όπου διαλύονται προσωρινά από την αστυνομία. Ανασυγκροτούνται, όμως, σε λίγο και χωρίς να συναντήσουν ιδιαίτερη αντίσταση, εισβάλλουν στο προαύλιο της Βουλής και κατόπιν στο κτίριο, φωνάζοντας «Προδότη Παπανδρέου», «Καραμανλής», «Παπανδρέου, παπατζή». Το σύνθημα της εισβολής φαίνεται να έδωσε ο υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος του ψηφοδελτίου Πλυτά, συγγραφέας Ρένος Αποστολίδης.

Οι επιδρομείς, περίπου 50 τον αριθμό, συμπλέκονται με βουλευτές και υπαλλήλους της Βουλής, που προσπαθούν να τους εμποδίσουν να εισέλθουν στην αίθουσα συνεδριάσεων. Ο θόρυβος και η φασαρία φθάνουν μέσα στην αίθουσα και η συνεδρίαση διακόπτεται. Τελικά, οι εισβολείς απωθούνται από τη φρουρά της Βουλής και συλλαμβάνονται 32 από αυτούς. Στο μεταξύ, από τις άγριες συμπλοκές στους διαδρόμους της Βουλής, αρκετοί κυβερνητικοί βουλευτές έχουν τραυματιστεί (Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, Γεώργιος Μπακατσέλος, Ιωάννης Τσιριμώκος, Χρήστος Αποστολάκος, Ιάκωβος Διαμαντόπουλος κ.ά.), ενώ σοβαρότερα όλων είναι ο Μιχάλης Λεφάκης, διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Υπουργού Οικονομικών, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Γύρω στις 11 το βράδυ η συνεδρίαση της Βουλής επαναλαμβάνεται, όταν η κατάσταση έχει εξομαλυνθεί. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ανεβαίνει στο βήμα και στηλιτεύει «τους βέβηλους και βαρβάρους, καθώς και τους ηθικούς αυτουργούς». Σε δυσκολότερη θέση βρίσκεται ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, καθώς οι εισβολείς ανήκαν στο κόμμα της ΕΡΕ. Καταγγέλλει το περιστατικό, αλλά επιρρίπτει ευθύνες στην κυβέρνηση, που «ενέπνευσε πνεύμα αναρχίας». Οι βουλευτές της ΕΚ αντιδρούν και απειλούνται σοβαρά επεισόδια, αυτή τη φορά μέσα στην αίθουσα του κοινοβουλίου. Τα πνεύματα ηρεμούν, όταν οι βουλευτές της ΕΡΕ αποχωρούν από την αίθουσα.

Οι 32 συλληφθέντες παραπέμφθηκαν στο αυτόφωρο, με βάση τον νόμο 4000 «περί τεντιμποϊσμού». Η δίκη ξεκίνησε στις 7 Ιουλίου, την επαύριο των δημοτικών εκλογών, στις οποίες η Αριστερά είχε σημειώσει αξιοσημείωτα κέρδη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ένας αξιωματικός της Γενικής Ασφάλειας κατέθεσε ότι η επίθεση κατά της Βουλής οργανώθηκε από παρακρατικές οργανώσεις, όπως ο φιλοναζιστικός «Όμιλος Εθνικής Αναγεννήσεως» και η φοιτητική ΕΚΟΦ. Μάρτυρες κατηγορίας, όπως οι υπουργοί Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Δημήτριος Παπασπύρου, υποστήριξαν ότι η επίθεση κατά της Βουλής εξυπηρετούσε τις εχθρικές προς την Κύπρο δυνάμεις και γι’ αυτό τη χαρακτήρισαν προδοτική.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, με διαρκείς διαξιφισμούς μεταξύ των συνηγόρων υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής. Το δικαστήριο εξέδωσε την ετυμηγορία του στις 15 Ιουλίου 1964. Δύο από τους κατηγορουμένους, ο Ρένος Αποστολίδης και ο νομαρχιακός υπάλληλος Αχιλλέας Βήττας, καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών και άλλοι 22 σε μικρότερες ποινές. Μεταξύ των αθωωθέντων φιγουράρει το όνομα του 18χρονου Παναγιώτη Μιχαλόλια ή Μιχαλολιάκου, που δεν είναι άλλος από τον γνωστό ποινικολόγο Τάκη Μιχαλόλια, αδελφό του ηγέτη της Χρυσής Αυγής, Νίκου Μιχαλολιάκου.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου, επωφελούμενη από την ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί, θέλησε να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με τα «παρακρατικά όργανα της Δεξιάς». Ο Υπουργός Εσωτερικών Ιωάννης Τούμπας δήλωνε σχετικά: «Πληροφορώ τον ελληνικόν λαόν, ότι εις τους κόλπους του υπάρχουν και δρουν παρακρατικαί οργανώσεις, αι οποίαι οικειοποιούνται κρατικά καθήκοντα, οργανώνουν τα μέλη των στρατιωτικώς, τα εκγυμνάζουν και εμφυσούν εις αυτά το πνεύμα της δυναμικής ενεργείας και επιβολής».

Ο υπουργός κατήγγειλε τη ναζιστική και φασιστική ιδεολογία ορισμένων από τις οργανώσεις αυτές, τις οποίες χαρακτήρισε καρκίνωμα για τη Δημοκρατία και στηλίτευσε τη συνεργασία τους με παράγοντες της ΕΡΕ και της αστυνομίας. Το Υπουργείο Εσωτερικών έδωσε στη δημοσιότητα πίνακα με οκτώ οργανώσεις, που ήταν νόμιμες, αλλά «είχαν παρεκτραπεί του προορισμού τους». Οι οργανώσεις αυτές ήταν οι:

  • Πανελλήνια Εθνική Σταυροφορία
  • Οργάνωσις Εθνικής Νεολαίας
  • Σύνδεσμος Αγωνιστών και Θυμάτων Ελλάδος
  • Σύνδεσμος Εθνικοφρόνων Ελασιτών
  • Κυανή Φάλαγξ
  • Αντικομουνιστική Σταυροφορία
  • Εθνική Αντικομουνιστική Οργάνωσις
  • Εθνική Αντίστασις Ελλάδος

Ο κατάλογος περιείχε και τρεις μυστικές οργανώσεις:

  • Καρφίτσα​
  • Εγγυηταί του Βασιλέως
  • Εθνική Κοινωνική Αλλαγή

Τον επόμενο χρόνο έντεκα από τις οργανώσεις αυτές διαλύθηκαν από τα κατά τόπους πρωτοδικεία.

Το 1965 ο καταδικασθείς ως υποκινητής της επιδρομής Ρένος Αποστολίδης εξέδωσε το βιβλίο «Κατηγορώ», στο οποίο, μεταξύ άλλων, παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για την εισβολή στο «Κυνοβούλιο». Εξηγεί ότι η πράξη του αυτή έγινε για να υπογραμμίσει στον κόσμο πως δεν ανέβασε στην εξουσία παρά τον «χασάπη Παπατζή του '44, τον άνθρωπο των Αγγλοαμερικάνων, που εγκατέστησε τη Δεξιά στην Ελλάδα».