Η ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Court of Justice of the European Union)

Αποτελεί τη δικαστική αρχή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και φροντίζει, σε συνεργασία με τα δικαστήρια των κρατών μελών, για την ομοιόμορφη εφαρμογή και ερμηνεία του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Διευθετεί  τις νομικές διαφορές μεταξύ των κυβερνήσεων των χωρών-μελών και των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. Φυσικά πρόσωπα, εταιρείες και οργανισμοί μπορούν επίσης να προσφύγουν στο Δικαστήριο, εάν θεωρούν ότι τα δικαιώματά τους δεν έχουν γίνει σεβαστά από κάποιο όργανο της Ε.Ε.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), γνωστό και ως Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εδρεύει στο Λουξεμβούργο και σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβώνας (σε ισχύ από 1ης Δεκεμβρίου 2009), αποτελείται από τρία δικαιοδοτικά όργανα:

  • Το καθεαυτό Δικαστήριο ασχολείται με υποθέσεις που υποβάλλουν όργανα της Ε.Ε. (Επιτροπή, Συμβούλιο, Κοινοβούλιο) και τα κράτη-μέλη. Εκδικάζει τις αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου και στην περίπτωση που η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, μπορεί να αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς. Επανεξετάζει, υπό προϋποθέσεις, αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου επί αναιρέσεων που ασκούνται κατά των αποφάσεων του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Το Γενικό Δικαστήριο ασχολείται με τις υποθέσεις που υποβάλλουν ιδιώτες, εταιρείες και ορισμένοι οργανισμοί, καθώς και με υποθέσεις που σχετίζονται με το δίκαιο ανταγωνισμού.
  • Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εκδίδει αποφάσεις για διαφορές μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μελών του προσωπικού της.

Το ΔΕΕ αποτελείται από έναν δικαστή από κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε. Ο κάθε δικαστής διορίζεται για εξαετή ανανεώσιμη θητεία. Οι δικαστές εκλέγουν μεταξύ τους τον πρόεδρο του Δικαστηρίου για τριετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεωθεί. Οι Δικαστές επιλέγονται μεταξύ προσωπικοτήτων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και συγκεντρώνουν στις χώρες τους τις αναγκαίες προϋποθέσεις για διορισμό στα ανώτατα δικαστικά αξιώματα ή είναι νομικοί αναγνωρισμένου κύρους.

Το ΔΕΕ εκδίδει αποφάσεις για υποθέσεις που τίθενται ενώπιόν του. Οι πέντε συνηθέστεροι τύποι υποθέσεων είναι:

  • Αιτήσεις έκδοσης προδικαστικών αποφάσεων, όταν τα εθνικά δικαστήρια ζητούν από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει ένα σημείο του δικαίου της Ε.Ε.
  • Προσφυγές επί παραβάσει κατά κυβερνήσεων χωρών της ΕΕ, λόγω μη εφαρμογής του δικαίου της Ε.Ε.
  • Προσφυγές ακύρωσης κατά νόμων της ΕΕ, που θεωρείται ότι παραβιάζουν τις Συνθήκες της Ε.Ε. ή θεμελιώδη δικαιώματα.
  • Προσφυγές επί παραλείψει κατά θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. που δεν λαμβάνουν τις απαιτούμενες αποφάσεις.
  • Ευθείες προσφυγές από φυσικά πρόσωπα, εταιρείες ή οργανισμούς κατά αποφάσεων ή ενεργειών της Ε.Ε.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΚ) ιδρύθηκε το 1952 ως Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΔΕΚΑΧ) με τη Συνθήκη των Παρισίων (18 Απριλίου 1951) και από το 1958 μετονομάσθηκε σε Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) με τη Συνθήκη της Ρώμης (25 Μαρτίου 1957). Το Γενικό Δικαστήριο ιδρύθηκε το 1989 ως Πρωτοδικείο της Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΠΕΚ), με πρόβλεψη της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης (σε ισχύ από 1ης Ιουλίου 1987). Σκοπός του είναι η βελτίωση της δικαστικής προστασίας των πολιτών, η μείωση του φόρτου εργασίας του ΔΕΚ και η πιο γρήγορη εκδίκαση των υποθέσεων. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εγκαθιδρύθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 2005 με πρόβλεψη της Συνθήκης της Νικαίας (1 Φεβρουαρίου 2003).