Πάλιο ντι Σιένα

To Πάλιο ντι Σιένα (Palio di Siena) είναι μία ιστορική ιπποδρομία, που διεξάγεται δύο φορές τον χρόνο στην πόλη Σιένα της Ιταλίας. Αποτελεί τουριστική ατραξιόν και πηγή εισοδήματος για την πόλη της Τοσκάνης.

Τόπος του αγωνίσματος είναι η εντυπωσιακή πλατεία Πιάτσα ντελ Κάμπο, σε σχήμα αχιβάδας. Εκεί τα χρόνια του Μεσαίωνα γίνονταν ταυρομαχίες, τις οποίες οργάνωναν οι συνοικίες της πόλης. Όταν ο Μέγας Δούκας της Τοσκάνης Φερδινάνδος των Μεδίκων τις απαγόρευσε το 1590, άρχισαν να διοργανώνονται βουβαλοδρομίες, στη συνέχεια γαϊδουροδρομίες και από το 1633 ιπποδρομίες, από τις οποίες έλκει την καταγωγή του το Πάλιο (Palio), που στα ιταλικά σημαίνει το αγώνισμα με ιστορικό χαρακτήρα.

Το Πάλιο διεξάγεται δύο φορές τον χρόνο και είναι αφιερωμένο στην Παναγία. Στις 2 Ιουλίου τιμάται η Μαντόνα ντι Προβετσάνο, μία θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που βρέθηκε στην περιοχή και στις 16 Αυγούστου η Κοίμηση της Θεοτόκου.

Στην ιπποδρομία συμμετέχουν κάθε φορά με το δικό τους άλογο οι 10 από τις 17 συνοικίες της Σιένα, οι επτά που δεν συμμετείχαν στην προηγούμενη διοργάνωση και τρεις με κλήρωση. Οι αναβάτες ιππεύουν δίχως σέλα και κρατούν μαστίγιο, με το οποίο όχι μόνο μπορούν να καθοδηγούν το άλογό τους, αλλά και να παρενοχλούν τα άλογα των αντιπάλων.

Οι διαγωνιζόμενοι θα πρέπει να συμπληρώσουν τρεις γύρους της πλατείας και η κούρσα δεν ξεπερνά τα 90 δευτερόλεπτα. Νικητής αναδεικνύεται ο ίππος που θα περάσει πρώτος τη γραμμή του τερματισμού, ακόμη κι αν δεν φέρει πάνω του τον αναβάτη. Οι στροφές της πλατείας είναι πολύ κλειστές, με αποτέλεσμα τα ατυχήματα να είναι συχνά.

Πριν από την ιπποδρομία τελούνται εντυπωσιακές παρελάσεις με πολύχρωμα ρούχα εποχής. Η κάθε ομάδα, που εκπροσωπεί τη συνοικία, έχει τη δική της ονομασία (συνήθως από ονόματα ζώων) και τα δικά της χρώματα.

Πολυνίκης αναβάτης του Πάλιο είναι ο Αντρέα Ντεγκορτές (γ. 1943) με 14 τίτλους, από το 1964 έως το 1996 και πολυνίκης ομάδα, η Oca (Χήνα), που εκπροσωπεί τη συνοικία που βρίσκεται δυτικά της πλατείας με 65 τίτλους και συνεχή παρουσία στο βάθρο από τον 17ο αιώνα.