Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και η ιστορία του

Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη είναι ένα ταφικό μνημείο για τους αφανείς πεσόντες των πολεμικών αγώνων του έθνους. Βρίσκεται κάτω από την κεντρική είσοδο του κτιρίου της Βουλής των Ελλήνων (Παλαιά Ανάκτορα) και φυλάσσεται τιμητικά επί εικοσιτετραώρου βάσεως από τους άνδρες της Προεδρικής Φρουράς.

Η ιδέα ενός μνημείου για τους νεκρούς των πολέμων, που δεν ήταν δυνατόν να αναγνωρισθούν, ανάγεται στην αρχαία Ελλάδα. Σχετικές αναφορές υπάρχουν σε κείμενα του Θουκυδίδη, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Χαρίτωνα.

Στα νεώτερα χρόνια μνημείο για τους άταφους πεσόντες της Επανάστασης του ‘21 αποφάσισε να ιδρύσει πρώτη φορά στην Ελλάδα ο δήμος Ερμούπολης Σύρου στις 16 Ιανουαρίου 1858. Η εκτέλεση του έργου έγινε το 1880 σε σχέδια του γλύπτη Γεωργίου Βιτάλη. Το Μνημείο του Άταφου Αγωνιστή βρίσκεται στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.

Η σκέψη για την ίδρυση μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη οφείλεται στους Γάλλους και πραγματοποιήθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που άφησε πίσω του εκατομμύρια νεκρούς. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το παράδειγμα της Γαλλίας μιμήθηκαν κι άλλες χώρες.

Ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων Ευρωπαίων, η Ελλάδα αποφάσισε στις αρχές του 1926 την ανέγερση εθνικού μνημείου του «Αγνώστου Στρατιώτου» στην Αθήνα και συγκεκριμένα «εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλως προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Η πρωτοβουλία ανήκε στον υπουργό Στρατιωτικών Θεόδωρο Πάγκαλο και η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 28ης Φεβρουαρίου 1926 κι έφερε την υπογραφή του υφυπουργού Στρατιωτικών. Κωνσταντίνου Νίδερ. Τον διαγωνισμό κέρδισε στις 9 Οκτωβρίου ο αρχιτέκτονας Εμμανουήλ Λαζαρίδης, ο οποίος υπέβαλε τη μελέτη του με το ψευδώνυμο ΣΚΡΑ.

Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Φωκίων Ρωκ με την επίβλεψη του Λαζαρίδη, έγιναν στις 25 Μαρτίου 1932, επέτειο της Εθνικής εορτής, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και με μεγάλη επισημότητα. Την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου εκπροσώπησε ο αντιπρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου και υπουργός Εξωτερικών Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, ενώ παρέστησαν εκπρόσωποι πολλών ξένων κρατών (Ρουμανία, Πολωνία, Τουρκία, Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος και ΗΠΑ), οι οποίοι κατέθεσαν στεφάνια και απέδωσαν τιμές στο νεοαναγερθέν μνημείο.

Στο τέλος της τελετής, στην οποία συνέρρευσε πλήθος κόσμου, πραγματοποιήθηκε παρέλαση της φρουράς, των προσκόπων και των σχολείων. Το βράδυ τελέστηκε στρατιωτική λαμπαδηφορία, με συμμετοχή 3.000 ανδρών της φρουράς Αθηνών.

Την τιμητική φρούρηση του μνημείου ανέλαβε ο ευζωνικός λόχος της «Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας», ο οποίος μετονομάστηκε σε «Φρουρά του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτου», όνομα το οποίο διατήρησε έως τη μεταπολίτευση του 1935. Μετά την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β’, ο λόχος μετονομάστηκε σε «Βασιλική Φρουρά». Η ονομασία αυτή παρέμεινε σχεδόν μέχρι το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας του 1967. Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 επικράτησε επίσημα το όνομα «Προεδρική Φρουρά».

Το ταφικό μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μνημειακές κλίμακες, που συνδέουν το χώρο του μνημείου με την πρόσοψη των Παλαιών Ανακτόρων (σημερινής Βουλής), ενώ στον τοίχο που έχει δημιουργηθεί πίσω από τον τάφο υπάρχει ανάγλυφη παράσταση γυμνού οπλίτη με κράνος και ασπίδα, σε ύπτια στάση. Αριστερά και δεξιά τής παράστασης έχουν χαραχθεί αντίστοιχα οι φράσεις από τον Επιτάφιο του Περικλέους «μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών» και «ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος».

Στον τοίχο που περιβάλλει και από τις τρεις πλευρές το μνημείο είναι στερεωμένες κατά διαστήματα ορειχάλκινες ασπίδες, ενώ στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα κατά ενότητες τα ονόματα των τόπων, στους οποίους έχουν διεξαχθεί οι ενδοξότερες και φονικότερες μάχες των αμυντικών και απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνισμού. Προ του μνημείου καίει ακοίμητο καντήλι, το φως του οποίου μεταφέρθηκε από την Αγία Λαύρα κατά την ημέρα των αποκαλυπτηρίων του.