Βαρδιάνος στα σπόρκα

Κεφάλαιο ΙΣΤ’

    Ο ιατρός εκήρυξεν, ότι το κρέας των αιγών θα έβλαπτε τους ανθρώπους και διά του τρόπου τούτου κατωρθώθη η διάσωσις ελαχίστου μέρους της αγέλης.
    Εκ των εριφίων και των τράγων, τινά μεν είχε δώσει ο Νικόδημος οικειοθελώς, τα δε πλείστα, ως ήτο επόμενον, του τα επήραν. Ο Νικόδημος δεν είχεν εις ποίον να παραπονεθεί, διότι ήλλαξε μεν η σκηνογραφία, επάνω εις το βουνόν, εις τους ευώδεις θάμνους, όπου εκοιμάτο, τυλιγμένος εις μίαν κάπαν, ήλλαξε δε και η θέσις των προσώπων. 
    Από μεμψιμοίρου κατέστη τώρα παραμυθητής. Ώφειλε να παρηγορεί τον Αγκόρτζαν, όστις ελυπείτο τόσον τους τράγους, ως να ήσαν αδέλφια του, και έκλαιε τα ερίφια ως να ήσαν παιδιά του.
    Το καλόν ήτο ότι είχε και υλικόν μέσον παρηγορίας, μίαν φλάσκαν, την οποίαν εφρόντιζε να του στέλλη κάθε βράδυ γεμάτην ο ιατρός Βουντ, ενίοτε και άλλοι διακριτικοί φίλοι, εις αντάλλαγμα των εριφίων όσα είχον φάγει. Ο πάτερ Νικόδημος έπινεν αυτός ολίγον, έδιδεν εις τον παραγυιόν του το πολύ, και ο Αγκόρτζας, ερχόμενος εις ευθυμίαν, ελησμόνει τα παράπονά του, έπαιρνε την γκάιδαν, και ανακλινόμενος επί του εδάφους, ακουμβών επί τινος σχοίνου, έχων δίπλα την φλάσκαν και την μαγκούραν του από το έν μέρος, από το άλλο την κάπαν και τον τορβάν του, ενώ παρέκει εις την μάνδραν πλαγιασμέναι αι αίγες ανεχάραζαν μετά κρότου όλην την νύκτα, ως να εκρατούσαν τον χρόνον εις τον παραφέντην των, ήρχιζε να φυσά και να εκβάλλη τόσον τραχείς φθόγγους από την γκάιδαν, ώστε η ηχώ μετά φόβου και σπαραγμού εδέχετο τους ήχους εκείνους εις τα βαθέα άντρα της κι ετέρπετο το ους του πάτερ Νικοδήμου, όστις μισοζαλισμένος από το ολίγον κρασί το οποίον είχε πίει δεν εβράδυνε ν’ αποκοιμηθή υποκάτω εις τον πεύκον, ανάμεσα εις δύο σχοίνους και μίαν κομαριάν. Αντικρύ ακριβώς της κορυφής του λόφου, κάτωθεν του μικρού πευκώνος και πέραν των θάμνων της πεδιάδος, ήτο ο μέγας πεύκος παρά την ρίζαν του οποίου ευρίσκετο η σκηνή του κ. Βίλελμ Βουντ. Ο Γερμανός ιατρός καθήμενος, άμα ενύχτωσεν, έξωθεν της σκηνής του, ενωτίζετο εξησθενημένους οπωσούν από την απόστασιν, χρωματισμένους από την ηχώ, τους σπαραστικούς φθόγγους της γκάιδας οίτινες δεν του εφαίνοντο πολύ δυσάρεστοι. Εκάπνιζε μετά μορφασμών και συχνά πλαταγισμού των χειλέων το μακρόν τσιμπούκι του με τον ηλέκτρινον μαμέν, απέπνεε πυκνά νέφη καπνού κολλώντα εις τον παχύν καστανόν μύστακά του και ανερχόμενα εις το φύλλωμα του πεύκου, το συρίζον μελωδικώς από το φύσημα της αύρας της νυκτερινής, έτεινε το ους, ήκουε τους τραχείς μεμακρυσμένους ήχους, εγέλα μοναχός του και έλεγε:
    - Κείνο το Αγκόρτζα είναι πάλι… ντιάολο!… Πώς το παίζει το γκάιντα…Πίνει,
 πίνει κρασί και κάνει κέφι το ντιάολο!… Κάτε βράντυ, κάτε βράντυ… όρεξη που την έχει.
   Εκάγχαζεν, ερρόφα δύο ή τρεις ραγδαίας εισπνοάς καπνού και είτα επέφερε·
   - Καλά, αυτό είναι ζωή!… Να, αυτή ζωή μ’ αρέσει εμένα… φυσική ζωή… ντι
Νατούρ,… ντας Λέμισεν, ντας ιστ, ντας Λέμισεν !
 
    Εάν ευρίσκετο ακόμη η Σκεύω εις το σπιτάκι της, σύρριζα εις τον βράχον, σιμά εις τις Πλάκες, απάνω από τον παλαιόν και όμοιον με μοναστηριακόν, τον τρίπατον αρσανάν του γερο-Μαθινού, και ανέπνεε την αύραν την εσπερινήν την οποίαν θα της έφερεν ο μπάτης, αμιγή από μολύσματα και από αναθυμιάσεις ανθρωπίνων δεινών και αθλιοτήτων, θα ήτο εις θέσιν να γνωρίζη περισσότερα σχετικώς με τους ανεξηγήτους θορύβους τους οποίους ήκουσε και με τας υπόπτους κινήσεις τας οποίας είδε την προηγουμένην νύκτα, και δεν θα είχεν ανάγκην να ερωτήση άλλον όπως εύρη την λύσιν του αινίγματος. Ενθυμείτο ακόμη την πρωίαν της ημέρας εκείνης, καθ’ ην είχεν εξυπνήσει και είχεν ιδεί το καράβι εκείνο, το αραγμένον παραδόξως ανάμεσα εις τα δύο νησιά, το οποίον την εξέπληξε τόσον, και της άφησε τοιαύτην εντύπωσιν, ως να ήτό τι το οποίον ιδιαιτέρως την ενδιέφερε. 
    Και αφού μετά πολλούς δρόμους ημπόρεσε να μάθει ατελή τινα περί των διαταχθέντων μέτρων, προς αποκλεισμόν της φοβεράς επιδημίας, ενθυμείτο την εσπέραν όταν επέστρεφεν από την παραθαλάσσιον οικίαν της συγγενούς της, της Γερακίνας, και όταν μία κλήρα από μέσα από μίαν βάρκαν της εφώναξε της εφώναξε: «Θεια-Σκεύω Σαβουρόκοφα! Ο γυιος σου είναι άρρωστος από χολέρα!»… πώς ελαχτάρισε τότε η ψυχή της και πώς έλυωσεν η καρδούλα της, και τι μαρτύριον υπέφερεν έως να εύρη ησυχίαν, ήτις ησυχία συνίστατο δι’ αυτήν εις το να «πέση στη φωτιά μέσα», και εις το να τρέξει τολμηρώς προς τον κίνδυνον, ή του ύψους ή του βάθους. Και το παραδοξότερον της συμπτώσεως ήτο, ως εγνώσθη τώρα, ότι εις το ξενικόν εκείνο καράβι, το οποίον ήτο εκ των πρώτων ελθόντων, ευρίσκετο πράγματι ο Σταύρος, όστις είχεν απομείνει από το πατριωτικόν, ευθύς ως έγραψε την τελευταίαν επιστολήν εις την μητέρα του, και είχε μβαρκάρει με το ξένον, επάνω εις το οποίον αρρώστησε κατά τον διάπλουν. Και η επίμονος προσήλωσις της Σκεύως εις το πλοίον εκείνο ήτο ως μυστηριώδες προαίσθημα της εκεί παρουσίας του.
   Εις το σπιτάκι εκείνο το οποίον ήτο ως φωλεά γλάρου κτισμένον επάνω εις θαλασσόπληκτον βράχον, εάν ευρίσκετο ακόμη η Σκεύω, θα έβλεπεν επίσης πολλήν κίνησιν και θα ήκουε μέγαν θόρυβον κατ’ αυτήν εκείνην την νύκτα, αλλά τάχιστα θα εμάνθανεν από τες γειτόνισσες το τι συνέβαινεν. Ευτυχείς υπήρξαν την ιδίαν νύκτα η Βγενιώ η Αλαφίνα, η Μαρία η Πεπερού και η Ζαχαρού η φουρνάρισσα, αίτινες όχι μόνον είδαν και ήκουσαν, αλλ’ έλαβαν μέρος εις τας νυκτερινάς σκηνάς. Διότι τάχστα έλαβον είδησιν αυταί, καθώς και οι άνδρες της αγοράς και όλον το χωρίον περί των οκτώ ή δέκα λέμβων, όσαι επλησίασαν νύκτα εις τις Πλάκες με υπόπτους σκοπούς.
   Την πρώτην είδησιν έδωκεν ο Λάζαρος ο Γκέγκες, ο κλητήρ της δημαρχίας, ισόβιος αρχηγός της νυκτερινής πολιτοφυλακής, παίρνων τους περισσοτέρους ύπνους του δι’ όλου του έτους επί της μπαγκέτας, έμπροσθεν του καφενείου του μπάρμπ’ Αναγνώστη, επί της πεζούλας, υπό την μεγάλην συκαμινιάν έμπροσθεν του μαγαζίου του Δημητριάδη, και ενίοτε υπό τας κολώνας του αφράκτου νάρθηκος των Τριών Ιεραρχών. Την εσπέραν εκείνην, αφού εσήμανε την ώραν της βάρδιας, και όλοι οι άνθρωποι είχον αποσυρθή εις τας οικίας των ν’ αναπαυθώσιν, έφερε μίαν βόλταν με τους τρεις συντρόφους του, των οποίων ήτο η σειρά να φυλάξωσι την εσπέραν εκείνην, προς το ανατολικόν μέρος της νήσου. Εκεί, ο Λάζαρος ο Γκέγκες είδε με το εξησκημένον όμμα του έν ή δύο μαυράδια αποσπώμενα εις το σκότος ανάμεσα εις τα δύο νησιά, ανοικτά από τον Άγιον Φλώρον, και κινούμενα βορειοδυτικώς προς την διεύθυνσιν της πόλεως, προς τον μέγαν μεσημβρινοδυτικόν λιμένα. Ακολούθως τα δύο μαυράδια έγιναν τρία, τα τρία τέσσαρα, και τα τέσσαρα οκτώ ή εννέα.
    Και όσον εκινούντο βορειοδυτικώς, τόσον εμαύριζαν, και τόσον διεκρίνοντο εις την αντάγειαν της πυκνής αστροφεγγιάς, επί της στρωτής οθόνης του φωσφορίζοντος κύματος. Ο μπαρμπα-Λάζαρος έγινεν αμέσως σύννους, έκυψε προς την γην, έστριψε προς τα κάτω τον μύστακά του, κατεβίβασε προς τας οφρύς το ημιστρόγγυλον φέσι του με την «γαλίπαν», την φούνταν την κοντήν και στριμμένη, και δεν είπε λέξιν εις τους συντρόφους του.
   Έρριψεν ακόμη έν παρατεταμένον βλέμμα εις το ύποπτον φαινόμενον, και είδε τα μαύρα σημεία ότι όσον επροχώρουν εμεγεθύνοντο εις την όρασιν, και τα είδεν ότι είχαν βάλει πλώρην εις την δυτικήν εσχατιάν της πόλεως, κατά τες Πλάκες.
   Τότε δεν εδίστασε πλέον, και ύψωσε το φέσι του προς τα επάνω, έστριψε προς τα άνω τον μακρόν και παχύν μύστακά του, και αφού έστειλεν ένα των ανθρώπων μυστηριωδώς να εξυπνίσει τον δήμαρχον, αυτός διηυθύνθη προς τον ναόν των Τριών Ιεραρχών, και κρεμασθείς εις το σχοινίον του κωδωνοστασίου, ήρχισε να σημαίνει θορυβωδώς και παρατεταμένως την μεγάλην καμπάναν.
   Ο ευσυνείδητος, αλλά και διπλωματικός κλητήρ είχε σκεφθεί ως εξής· 
-Δεν μπορεί να πει ο δήμαρχος ότι δεν τον ειδοποίησα. Όσο να ξυπνήση ο δήμαρχος και να του περάση το μαχμουρλίκι, ημπορεί να γίνη ό,τι γίνει, αν είναι γραφτό να γίνη. Εν τω μεταξύ σημαίνω εγώ την μεγάλη καμπάνα, για να πάρη χαμπάρι ο κόσμος να ξέρει τι τρέχει, να πάρει την απόφασή του, και ο κύριος δήμαρχος ας πάη να κάμη τα παράπονά του… στο δήμαρχο… 
 
   Ήτο ενδεκάτη ώρα.
   Αφού εκρούσθη επί τινα λεπτά ο κώδων και διεκόπη επ’ ολίγα δευτερόλεπτα, διά ν’ αρχίσει θορυβωδεστέρα η κλαγγή του μετά τινας στιγμάς, ήρχισαν ν’ ακούωνται εδώθεν κι εκείθεν μετά τριγμών και κρότων παράθυρα ν’ ανοίγωνται καί τινες κεφαλαί με λευκοχίτωνα στήθη και ώμους να προκύπτωσι διά των ανοιγμάτων.
   Είτα θύραι ήρχισαν να τρίζωσι περί τους στροφείς, δούπος βημάτων ηκούσθη εις τα λίθινα σκαλοπάτια, και άνθρωποι ημιενδυμένοι κατέβησαν εις την αγοράν.
   -Τι είναι; Τι είναι;
   Εις τους πρώτους ελθόντας ο μπαρμπα-Λάζαρος επρόφθασε να δείξη δι’ αφώνου νεύματος τα μαύρα σημεία τα οποία είχε παρατηρήσει προ μικρού μεγεθυνόμενα, και τα οποία, ολονέν κινούμενα προς το δυτικόν μέρος του λιμένος, επλησίαζον ήδη να κρυφθώσιν όπισθεν της γωνίας της πόλεως, την οποίαν σχηματίζει η προεξοχή της συνοικίας της Σπηλιάς και του Μώλου.
   Κραυγαί φόβου, απειλής και αγανακτήσεως ήρχισαν ν’ ακούωνται μεταξύ του πλήθους, καθόσον τούτο εξωγκούτο, προσερχομένων και άλλων αστών εκ των οικιών των. Μερικοί, χωρίς να ηξεύρωσι τι τρέχει, είχον φέρει από τας οικίας των τα κυνηγετικά των όπλα, τας μονοκάννους ή δικάννους φιλίντας των, άλλοι τας παλαιάς των πιστόλας, καί τινες μεγάλα πλατύστομα τρομπόνια. 
   Ο μπαρμπα-Λάζαρος δεν τους επέπληξε διότι είχον οπλισθή. Επειδή όμως οι πλείστοι δεν είχον όπλα, είς τινας αυτών έδωκε μερικά σκουροτούφεκα, τα οποία υπήρχον έκπαλαι εις την δημαρχίαν και τα οποία εχρησίμευον κυρίως προς οπλισμόν της πολιτοφυλακής ή νυκτερινής περιπόλου.
   Διά μιας οι άνθρωποι ήρχισαν να τρέχωσι προς την επάνω ενορίαν, ασθμαίνοντες διά ν’ αναβώσι τον στενόν ανηφορικόν δρόμον, με το στιλπνόν και ολισθηρόν λιθόστρωτον. Τα υποδήματα εκρότουν επί του λιθοστρώτου εωσού έφθασαν έξωθεν του σπιτιού του Παπαργυρού, κολοσσαίου όγκου ισταμένου εις την κορυφήν του βράχου, εις το πλάγι του οποίου τα άλλα σπιτάκια ολόγυρα εφαίνοντο ως φελούκια σιμά εις μέγα επιβλητικόν μπάρκον. Δίπλα εις του Παπαργυρού το σπίτι, το υψηλόν κωδωνοστάσιον της επάνω εκκλησίας, της Παναγίας της Λιμνιάς, ίστατο ως σκοπός σιμά εις την σκοπιάν του.