Βαρδιάνος στα σπόρκα

Κεφάλαιο Ι’

    Την πρωίαν της ημέρας εκείνης, ήτις ήτο η 18η Αυγούστου, ημέρα Τετάρτη της εβδομάδος, μνήμη των Αγίων μαρτύρων Φλώρου και Λαύρου, περί το λυκαυγές, όταν ο πάτερ Νικόδημος ο Μανασσής εξύπνησε και κατέβη εις τον ευκτήριον οίκον διά να ψάλη τον όρθρον (δεν υπήρχε ναΐσκος εις το μικρόν μετόχιον, αλλά μόνον ευκτήριος οίκος, άνευ θυσιαστηρίου και καταπετάσματος), ενθυμήθη την ημέραν και παρεκάλεσεν, ως είπομεν, τους δύο Αγίους να ελευθερώσωσι τον κόσμον από την χολέραν, ελευθερώνοντες αυτόν από τους χολεριασμένους· όπως τον παλαιόν καιρόν είχον ελευθερώσει τον κόσμον από την νοητήν χολέραν, την ειδωλολατρίαν, αρχιτέκτονες όντες, και λαβόντες παραγγελίαν από τον ηγεμόνα να κτίσωσι ναόν ειδωλολατρικόν, κρημνίσαντες δε κάτω τα είδωλα, και αναστηλώσαντες την λατρείαν του Χριστού, ψάλλοντες άμα: «Δόξα σοι Χριστέ ο Θεός, αποστόλων καύχημα, μαρτύρων αγαλλίαμα…» Ο πάτερ Νικόδημος ανέγνωσε τον όρθρον κατά τον ιδιάζοντα αυτώ τρόπον, διά του κομβοσχοινίου και της επ’ άπειρον επαναλήψεως του «Κύριε Ιησού Χριστέ». Διά τούτο δεν ήνοιξε καν το Ωρολόγιον διά να ιδεί τίνος Αγίου μνήμη ήτο. Ωρολόγιον είχε τον νουν του, και τούτο ήρκει. Ωροσκόπιον είχε τον έναστρον ουρανόν, με την Πούλιαν, τον Πήχυν, το άστρον του Βορρά και τους τόσους αστερισμούς του. Παρακλητικήν και Μηναίον είχε το κομβοσχοίνι του. Οι γονείς του δεν τον είχον στείλει εις τον διδάσκαλον, όταν ήτο παιδίον. Είχεν ανατραφεί εις το βουνόν. Είχεν αυξήσει εις τας βραχώδεις ακρωρείας όπου ωδήγει τας αίγας του, και ετελείωνε τας ημέρας του εις την ερημόνησον.
   Την προτεραίαν της ημέρας εκείνης (διότι η διήγησίς μας κινδυνεύει ίσως να γίνει πρωθύστερος, και υπεπέσομεν εις ανακριβείας τινάς και χρονολογικάς αντιφάσεις, εφ’ ω επικαλούμεθα την επιείκειαν των αναγνωστών) είχε φθάσει από την πολίχνην και ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης με όλους τους μαστόρους του. Η ξυλική είχε κομισθή την προ αυτής εσπέραν, έξ ή επτά βαρκαδιές, με τας συνήθεις φελούκας. Ο αρχιτέκτων έφθασε την πρωίαν και ήρχισε μετά ζέσεως την εργασίαν του. Ήτο δε ανυπόμονος να τελειώσει τα παραπήγματα, ει δυνατόν, εντός της ημέρας. Είχεν υποχρεωθεί διά του συμβολαίου, του συνταχθέντος ευθύς μετά την δημοπρασίαν, και διά των όρων αυτών της προκηρύξεως, να κατασκευάση τριάντα μεγάλα παραπήγματα και πενήντα μικρότερα προς στέγασιν των υπό κάθαρσιν ταξιδιωτών.
   Την εσπέραν της 18ης Αυγούστου περί την ενάτην ώραν, είχε φθάσει και η Σκεύω εις την καραντίναν. Η ταλαίπωρος γραία, πριν αποφασίση να βάλει εις πράξιν το παράβολον διάβημά της, είχε προσπαθήσει διά του μπαρμπα-Νίκα (και τούτο ήτο το πρώτον αίτημά της το οποίον υπέβαλεν εις την μετ’ αυτού συνέντευξιν) να κατορθώση αν ήτο δυνατόν να την παραλάβωσιν οι λεμβουχοι οι εκτελούντες τα καθημερινά ταξίδια εις την ερημόνησον, διά να την ρίψωσιν απλώς επάνω εις τον κάβον του Αγίου Φλώρου, και αυτή ευχαρίστως θα εδέχετο να σπορκαρισθεί ομού με τόσους άλλους χριστιανούς. Αλλ’ είχε μάθει ότι το πράγμα ήτο αδύνατον. Αυστηρά απαγόρευσις ήτο να μη πλησιάζει τις, εκτός των λεμβούχων και των εχόντων ειδικήν άδειαν, εις την επιχόλερον νήσον. 
    Εις το ύψος του κάβου του Αγίου Φλώρου, είχεν ιδρυθή την πρωίαν της Τρίτης, 17 Αυγούστου, στρατιωτικός σταθμός, ενισχυθείς δι’ αποσπάσματος αρτίως σταλέντος εκ Χαλκίδος. Το απόσπασμα συνίστατο εξ ενός ενωμοτάρχου, τριών χωροφυλάκων, ενός δεκανέως και εννέα οπλιτών του πεζικού.
   Μέρος του αποσπάσματος εστάθμευε διαρκώς επί του λόφου, του υπερκειμένου της απωτέρας ακτής εφ’ ης απεβίβαζον τα εμπορεύματα οι λεμβούχοι, και όταν προσήγγιζε πλοίον μη έχον ειδικήν άδειαν, ή άτομον περί του οποίου δεν είχεν γνώσιν ο σταθμάρχης, πάραυτα μία φωνή «Στοπ», εξερχομένη αποκάτω από τα πεύκα, όπου είχον ιδρύσει το στρατόπεδόν των οι άνδρες του στρατού, ηκούετο παγώνουσα το αίμα του πλέον τολμητίου. Την εσπέραν εκείνην, ο σταθμάρχης είχε μετρήσει από της πρωίας υψηλά από την σκοπιάν του έξ αποβιβασθέντας επί της ερημονήσου, και οδηγηθέντας εις το εσωτερικόν του προσωρινού λοιμοκαθαρτηρίου. Το έγγραφον το οποίον είχε λάβει το πρωί από το υγειονομείον εμνημόνευεν επτά νέους βαρδιάνους στρατολογηθέντας χθες, και μέλλοντας να φθάσωσιν εντός της σήμερον εις την επιχόλερον νήσον· ο ενωμοτάρχης είχε μετρήσει από το πρωί έξ, και ηπόρει πώς εβράδυνε ο άλλος. Τέλος έφθασε περί λύχνων αφάς, εις το τελευταίον ταξίδιόν του, ο Αλέξης το Παποράκι.
   Ο Αλέξης τα είχε καλά με τους στρατιώτας, διότι δεν παρέλειπε ποτέ να τους φέρη καπνόν και ρώμι. Ουχ ήττον άμα επλησίασεν εις την ξηράν, δεν ελησμόνησε
διά καλόν και διά κακόν να φωνάξει με μεγάλην φωνήν:
    - Αυτός που φέρνω είναι ο έβδομος βαρδιάνος για σήμερα, κύριε σταθμάρχη!
    - Καλά! απήντησεν αποκάτω από το πεύκον μία νυσταλέα φωνή.
    Ο σταθμάρχης δεν εσκοτίζετο να ίδη και εξετάση ο ίδιος τον βαρδιάνον. Αυτό δεν ήτο ιδική του δουλειά, ήτο του ιατρού. Τι ανάγκην είχεν αυτός να εξετάζη γέρους και πτωχούς ανθρώπους; Ο ιατρός ήτο πράγματι η ανωτέρα αρχή, μέσα εις την νήσον. Συνεννοείτο απ’ ευθείας με όλας τας αρχάς έξω, και συχνά έγραφε και εις το υπουργείον των Εσωτερικών, εκτραγωδών την κατάστασιν. Ο σταθμάρχης εγέλασε την στιγμήν εκείνην, διότι του επήλθεν η επομένη σκέψις, διά τα συμβαίνοντα, τα οποία του εφαίνοντο ως το άκρον άωτον της ιατρικής επιθεωρήσεως: «Να σε επιθεωρή ο γιατρός όχι για να πάρεις πράτιγο, αλλά για να μπης καραντίνα… είναι σαν να σε δοκιμάζη, αν είσαι καλός για να χολεριασθής!»
    Πράγματι, ο ιατρός ενήργει ως ανωτέρα αρχή εντός του προσωρινού λοιμοκαθαρτηρίου, και προς αυτόν ωδηγείτο πας νεωστί ερχόμενος, είτε ταξιδιώτης ήτο από τα μακρινά χολεριασμένα μέρη, είτε εργολάβος και έμπορος ερχόμενος εκ της νήσου διά να πωλήση την τέχνην του, είτε «βαρδιάνος για τα σπόρκα», φύλαξ διά τα επιχόλερα πλοία στρατολογούμενος υπό της υγειονομικής αρχής. Ο ιατρός, πρεσβύτης, υπερβάς το πεντηκοστόν έτος είχε σπορκαρισθή ακουσίως ελθών τας πρώτας ημέρας διά να επιθεωρήση τους επιβάτας, και μη προφθάσας να εξέλθη εγκαίρως εκ της ερημονήσου, ήτις εκηρύχθη επιχόλερος εν τω μεταξύ. Εκ Γερμανίας καταγόμενος, είχε κατέλθει εις την Ελλάδα κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Όθωνος. Από του 1845 είχεν αποκατασταθή εις την νήσον, είχε προσφέρει τας εκδουλεύσεις του εις την χολέραν του 1848, και δεν είχε παύσει έκτοτε ν’ αναφαίνεται παντού όπου ήτο χολέρα και καραντίνα. Οι κατά καιρούς υπουργοί των Εσωτερικών, γνωρίζοντες την ικανότητά του, τον απέσπων πολλάλις εκ της νήσου και τον έστελλον επί αδρώ μισθώ εις τα μεγάλα κέντρα των καθάρσεων εν Ελλάδι.
   Ο αγαθός ιατρός είχεν ανάψει το μακρόν τσιμπούκι του, με το ηλέκτρινον στόμιον, το οποίον είχεν αχώριστον εις παν τεξίδιόν του, και το οποίον ευτυχώς ηδυνήθη να μετάσχη του σπορακισμού του κυρίου του. Είχε πήξει μικράν σκηνήν πλησίον ενός πεύκου, προς την ρίζαν του λόφου, ολίγον απώτερον του μέρους όπου ήσαν αι άλλαι πρόχειροι σκηναί. Έξω της θύρας καθήμενος, επί τινος ξηρού στελέχους, υπό το φως της σελήνης, ερρέμβαζε βλέπων τα κύματα της θαλάσσης, αλλεπάλληλα ερχόμενα, ορχούμενα και φεύγοντα, εφ’ ων αντανακλώντο τόσαι τρέμουσαι σελήναι, και τόσα μηκυνόμενα οφιοειδή φώτα εκρέμαντο κάτω από τας τρόπιδας των αραγμένων πλοίων. Όπισθέν του το δάσος των πεύκων, αργυρούμενον την κορυφήν από το ωχρόν μελαγχολικόν φέγγος, αδιαπέραστον εις το βάθος από τας ασθενείς ακτίνας του, εθρόει κι εμορμύριζεν από μυρίας μυστηριώδεις δονήσεις υπό το ελαφρόν φύσημα της αύρας της νυκτερινής. Μεγάλη ήτο η θερμότης, ο νότος είχεν αρχίσει ήδη να πνέει, και μόλις προς την εσπέραν είχε κόψει ο άνεμος. Άνω εις τον ουρανόν εφαίνοντο προς δυσμάς και προς νότον νέφη τινά μελαγχολικά και η ατμόσφαιρα, ημίγυμνος ακόμη με τα απομείναντα ράκη του έαρος, με τα πρώτα κιτρινίζοντα φύλλα του φθινοπώρου, εφαίνετο επαιτούσα βροχήν.
   Ο κ. Βίλελμ Βουνδ εκάπνιζε ταχέως και θορυβωδώς το τσιμπούκι του, και έβγαζε μεγάλας τολύπας καπνού από το στόμα, μετά πλαταγισμού των χειλέων, κολλώσας προς στιγμήν περί τον μέγαν, παχύν καστανόν μύστακά του, και ανερχομένας ελικοειδώς εις τον προέχοντα προς το μέρος της σκηνής απώτερον κλώνα του πεύκου. Εφαίνετο κάπως πεισμωμένος, και δεν απήντα εις τα πολλά σχέδια τα οποία του εξέθετε λεπτομερώς, αντικρύ του καθήμενος, ο αρχιτέκτων Ευστάθιος ο Χερχέρης, την προτεραίαν φθάσας, όστις περιέγραφε προς τον ιατρόν την προσεχή εργασίαν του, και εξεθείαζε τα παραπήγματα τα οποία έμελλε να κατασκευάση, ως τέλεια εις το είδος των. Ο κ. Βίλελμ Βουνδ ελικνίζετο τερπόμενος από την φωνήν του αρχιτέκτονος, αλλά δεν επρόσεχεν εις τας λέξεις, και ενίοτε εσφύριζε, και εμάσα μισάς βλασφημίας, τας οποίας ανεμείγνυε με τον καπνόν του τσιμπουκίου του, και τας έστελλε νοερώς εναντίον του υγειονόμου και των άλλων αρχών της νήσου.
   Διά εικοστήν φοράν, έβγαλεν από την τσέπην του έν έγγραφον το οποίον είχε λάβει την πρωίαν της ημέρας εκείνης από το υγειονομείον, και ανάψας κηρίον το ανεγίνωσκε. Το έγγραφον διελάμβανεν ότι απεστέλλοντο αυθημερόν φύλακες διά τα επιχόλερα πλοία, επτά τον αριθμόν, ο δείνα και ο δείνα, εις τον τόπον της καθάρσεως. Ο ιατρός δεν ηδύνατο να εννοήση πώς είχον έλθει έξ, ενώ ανεφέροντο επτά, και διατί δεν είχεν έλθει ο έβδομος. 
    Έπειτα δεν ηδύνατο να εννοήση ακόμη, και αυτό τον εφούρκιζε περισσότερον, τι συνέβαινεν ως προς το όνομα του εβδόμου. Ο Βουνδ δεν είχε προσέξει κατ’ αρχάς εις τα ονόματα, ούτε τον ενδιέφερον ταύτα. Αλλ’ ήτο, εκτός της ιδιοτροπίας και του οργίλου χαρακτήρος, αγαθός ανήρ, και χωρίς να το θέλη είχεν ενδιαφέρον διά τους πτωχούς ανθρώπους. Χωρίς να το θέλη, εγνώριζεν, από εικοσαετίας διατρίβων εν τω τόπω, όλα σχεδόν τα ονόματα της πολίχνης. Του εφαίνετο λοιπόν, ήτο βέβαιος μάλιστα, ότι ο ως έβδομος αναφερόμενος εν τω εγγράφω του φίλου του, του υγειονόμου, ήτο αποθαμένος προ πολλού. Συνήθειαν δεν είχε βεβαίως ο ιατρός να προπέμπει τους νεκρούς εις τας κηδείας. Αλλ’ είχε συνήθειαν να εκδίδει πιστοποιητικά νεκροσκοπίας «ενταφιαστήρια», και δι’ εκείνους των νεκρών τους οποίους είχεν επισκεφθεί μέχρι των εσχάτων στιγμών των, και δι’ εκείνους τους οποίους ουδόλως είχεν επισκεφθή. Αυτόν δε τον Σταμάτιον Γυρατσίνην ενθυμείτο πολύ καλά ότι τον είχεν επισκεφθή πολλάκις, ότι είχεν αποθάνει στα χέρια του, και ότι είχεν εκδώσει πιστοποιητικόν διά την ταφήν του. Τι συνέβαινε λοιπόν; Ή πρέπει να υπήρχε δεύτερος Σταμάτης Γυρατσίνης, έγγονος του πρώτου· αλλά τότε έπρεπε να έχει ηλικίαν είκοσιν ετών και όχι εξήντα, οία εφέρετο εν τω εγγράφω· ή ο δεύτερος Σταμάτης Γυρατσίνης θα ήτο σνεψιός ή πρωτεξάλφος του αποθανόντος, φέρων το αυτό όνομα. Τον δεύτερον τούτον Σταμάτην Γυρατσίνην ουδέποτε εγνώρισε, και ήτο περίεργος να τον γνωρίση. Το πράγμα του είχε κάμει δυσανάλογον εντύπωσιν, ίσως ένεκα της μοναξίας και του απολεισμού εν ω διετέλει. Αλλά μόλις είχεν ανάψει το κηρίον, βήματα ηκούσθησαν, και ιδού παρουσιάζεται ο Γιάννης ο Μπρίκος, ο βαρκάρης, οδηγών τον καλούμενον Σταμάτιον Γυρατσίνην, με δειλόν βήμα ακολουθούντα.
   Ο Γιάννης ο Μπρίκος εκράτει με την μίαν χείρα φανόν, και με την άλλην εκράτει το έγγραφον του διορισμού του βαρδιάνου, το οποίον είχε ζητήσει από τον καλούμενον Σταμάτην Γυρατσίνην να του παραδώση, διά να το εγχειρίση εις τον ιατρόν. Επλησίασε, του συντρόφου του μένοντος ολίγα βήματα οπίσω, εχαιρέτισε και έτεινε τον φάκελον προς τον ιατρόν:
    -Τι ντιάολο τέλεις πάλι; ανέκραξεν άμα αναγνωρίσας τον λεμβούχον ο ιατρός.