Βαρδιάνος στα σπόρκα

Κεφάλαιο Θ’

    - Ναι…ναι… Σταμάτης Γυρατσίνης ήθελα να πω, κύριε επιστάτη, είπε τραυλίζων ο μπαρμπα-Νίκας· δε θυμόμουν καλά το όνομα.
    Ο επιστάτης επαραξενεύθη.
    -Τι συγγενής σου είναι αυτός, οπού δε θυμάσαι το όνομά του; είπε μετά μικρού καγχασμού.
   Ο μπαρμπα-Νίκας ήρχισε να ξύη εν αμηχανία το κρανίον του. Είχε κοιμηθή δύο ώρας μετά το δειλινόν, και όταν εσηκώθη, είχε πίει μόνον ένα ρώμι. Ήτο σχετικώς νηφάλιος.
   Αίφνης το βλέμμα του έλαμψεν εκ νοημοσύνης. Έκυψε προς επιστάτην και του είπε·
    -Τον λένε και Καρδαράκη… μα είναι το παρατσούκλι, και δεν το δέχεται ο ίδιος… το καθ’ αυτό του είναι Σταμάτης Γυρατσίνης.
    -Α! έκαμεν ο επιστάτης, όστις επείσθη εντελώς.
    Εν τω μεταξύ ο υγειονόμος απηύθυνεν εκ νέου τον λόγον προς τον μικρόσωμον γέροντα·
    - Και τι γίνεσαι, Γυρατσίνη;… γεράσαμε, μπρμπα-Σταμάτη, γεράσαμε…
    - Γεράσαμε, κύριε υγειονόμε, ετραύλισε το γερόντιον.
   Ο υγειονόμος ήτο αγαθός γέρων, υπερεβδομηκοντούτης, πρώην συνταξιούχος, και τώρα είχεν επανέλθει εκτάκτως εις την υπηρεσίαν, ένεκα της περιστάσεως. Τα χωριστά υγειονομεία είχον καταργηθή χάριν οικονομίας, σχεδόν πανταχού του Κράτους, συγχωνευθέντα αλλαχού με τας λιμενικάς και αλλαχού με τας τελωνειακάς αρχάς. Ένεκα της χολέρας, ου μόνον διωρίσθη επιστάτης του λοιμοκαθαρτηρίου, αλλ’ ανεσυστήθη και το υγειονομείον του τόπου, και διωρίσθη έκτακτος υγειονόμος, άλλος παρά τον υγειονομικόν ιατρόν, ο τέως συνταξιούχος, λαμβάνων την σύνταξίν του και μικρόν επιμίσθιον.
   Επί Όθωνος, και πριν ακόμη, από της εποχής του Κυβερνήτου, είχε διατελέσει ο ίδιος υγειονόμος εις το αυτό μέρος, εντελώς αμετάθετος σχεδόν, επί τριακονταετίαν. Εγνώριζεν όλους τους κατοίκους της πολίχνης, και μάλιστα τους ομήλικας με αυτόν· μόνον ότι δεν ενθυμείτο πλέον τίνες έζων ακόμη και τίνες είχον αποθάνει. Εις τα χάσματα ταύτα της μνήμης συνετέλεσαν και αι μικραί διατριβαί τας οποίας είχε κάμει εσχάτως εις τας Αθήνας, χάριν της συντάξεώς του και του βαθμού του. Διότι προς τοις άλλοις ήτο υπολοχαγός της φάλαγγος των Αγωνιστών. Αλλ’ επειδή ήτο γέρων και έπασχε την όρασιν, εξέλαβε τον Σταμούλην Καρδαράκην ως Σταμάτην Γυρατσίνην. Ο τελευταίος ήτο αποθαμένος προ πολλού, αλλ’ ο γέρων υγειονόμος τον ενόμιζε ζώντα. Ο δε Σταμούλης Καρδαράκης είχεν, ως φαίνεται, συμφέρον να μη εξαγάγη τον υγειονόμον εκ της απάτης· πράγματι, εκείνος τον οποίον ο μπαρμπα-Νίκας είχε συστήσει εις τον προϊστάμενόν του ως Σταμούλην Καρδαράκην, εδέχθη το χηρεύον όνομα το δοθέν αυτώ υπό του υγειονόμου ως αίσιον και από Θεού σταλμένον, και δεν θα το ήλλαζε με όλα τα ονόματα του κόσμου, ούτε με το ιδικόν του. Τα λοιπά διεξήχθησαν μετά σχετικής ευκολίας.
   Μόνος ο λιμενάρχης, γηραιός πλωτάρχης του Β. Ναυτικού, εφαίνετο έχων υποψίας. Εκοίταζε δυσπίστως το γερόντιον, κι έλεγεν: Αυτός μοιάζει σαν γριά ζαρωμένη. Μετά τινας άλλας διατυπώσεις εδόθη το χαρτί του διορισμού εις τον Σταμάτην Γυρατσίνην, ενεχειρίσθη αυτώ προκαταβολή εκ δύο ταλήρων, και ο νεωστί διορισθείς βαρδιάνος διετάχθη να είναι εις την θέσιν του, εντός της ημέρας της επαύριον.
 
   Πράγματι ο Σταμάτης Γυρατσίνης ή Καρδαράκης επεθύμει να φθάση εις την καραντίναν «σύνταχα το πρωί», νύκτα ακόμη, ει δυνατόν περί τα χαράγματα. Αλλ’ επειδή τούτο δεν ήτο εύκολον, καθόσον οι λεμβούχοι δεν ηδύναντο να έχωσι πράγματα, τα οποία θα μετέφερον έτοιμα, προ της ανατολής του ηλίου, διά τούτο το μυστηριώδες υποκείμενον εκρύβη δι’ όλης της ημέρας εις την φωλεάν του ή εις την οικίαν του – διότι δεν ηγάπα, φαίνεται, το φως – και μόνον την εσπέραν, περί την δύσιν του ηλίου, επεβιβάσθη εις την βάρκαν του Αλέξη.  
   Τον Αλέξην το Παποράκι τον είχε συμφωνήσει διά την μεταφοράν του νεωστί διορισθέντος βαρδιάνου εις την ερημόνησον ο πρόθυμος μπαρμπα-Νίκας, αφού είχε πίει μαζί του δύο «δυναμωτικά», ένα «ταχτικό», το «ούλτιμο», και το «πρίμο σεγκόντο». Με την διπλωματίαν δε των φρονίμων ανθρώπων, οίτινες σπεύδουν να εκμυστηρευθώσι και πωλήσωσιν εμπιστοσύνην εκεί όπου προβλέπουν ότι δεν θα περάση η ψευτιά, απεφάσισε να διηγηθεί τα πράγματα εις τον πορθμέα. Ο Αλέξης το Παποράκι βεβαίως δεν θα εξελάμβανε τον Καρδαράκην ως Γυρατσίνην· ακόμη ολιγώτερον ηδύνατο να εκλάβει την Σκεύω την Σαβουρόκοφαν ως μπαρμπα-Σταμούλην Καρδαράκην, και διά τούτο ο μπαρμπα-Νίκας επροτίμησε να διηγηθή όλην την αλήθειαν εις τον Αλέξην.
   Ο Αλέξης το Παποράκι έκαμε τον σταυρόν του ανάποδα, τον έκαμε με το ζερβί το χέρι, και τέλος το εχώνευσεν. Επί τέλους τι τον έμελεν αυτόν; Ήθελεν η θεια-Σκεύω να υπάγει βαρδιάνος εις τα καράβια τα σπόρκα, ας επήγαινεν. Αυτός θα την μετέφερεν εις την ερημόνησον, θα την εξεμβαρκάριζεν εις τον κάβον, και ας έκαμνε καλά.
   Τρέλλα γυναικεία ήτον και αυτό, καθώς τόσαι άλλαι. Της είχε καρφωθή εις τον νουν, και δεν ηδύνατο να ησυχάση, πριν φθάσει εις την καραντίναν και εύρη τον υιόν της. Είδησιν περί αυτού, τι εγίνετο, δεν ημπόρεσε να λάβη ούτε από τον Αλέξην, ούτε από άλλον βαρκάρην, ούτε από αυτήν την υγειονομικήν υπηρεσίαν διά μέσου του Νίκα.
   Αυτή θα επήγαινεν εις την καραντίναν, εις τα καράβια τα σπόρκα. Αν έζη ο υιός της, θα τον εύρισκε. Αν ήτον διά ζωήν, αυτή θα τον υπηρέτει, αυτή, και όχι άλλος θα τον ενοσήλευε. Θα εβοηθούσε το έργον της θείας Προνοίας, αν ήτον από Θεού να ζήσει. Την χολέραν αυτή δεν την εφοβείτο. Είχεν υποφέρει ήδη άπαξ όχι πολύ βαρέως από χολέραν, και είχε γλυτώσει, νέα ακόμη, τω 1848, όταν η φοβερά νόσος ενέσκηψεν εις την μικράν παραθαλάσσιον πολίχνην. Επί τέλους, ας εκολλούσε την χολέραν, δεν την έμελεν. Ας εζούσε το παιδάκι της, και ας απέθνησκεν αυτή. Αν ήτο πάλιν διά θάνατον, Θεός να το φυλάη, το παιδί της, τότε θα το έβλεπε, θ’ απέθαινε στα χέρια της, δεν θα είχε παράπονο. Φθάνει μόνον να τον επρόφθανε ζωντανόν, και δεν θα το είχε παράπονο. Τέλος απεφάσισε να κάμη το παράτολμον τούτο διάβημα, και τα πράγματα ήρχοντο ευνοϊκά έως τώρα. 
     Η καρδιά της ήτον ζεστή. Μόνον εκρύωσε κάπως, όταν έφθασεν εις την ερημόνησον, και ηύρε τον Γιάννην τον Μπρίκον τον γείτονά της. Κατ’ αρχάς εχάρη όταν τον είδε. Μόνον πόσον άτυχα της εφάνη όταν εκείνος δεν ήξευρεν, ως έλεγε, τι γίνεται ο υιός της, ο Σταύρος της. Αυτό δεν ήτο καλόν σημείον. Ή έλεγε την αλήθειαν, και αυτό δεν ήτο παρήγορον, ούτε καθησυχαστικόν, ή είχεν αποθάνει ο Σταύρος και δεν ήθελε να το μαρτυρήση.
    Εις το πέραμα το μεταξύ των τριών κάβων, από τον έξω κάβον έως τον μέσα κάβον του Αγίου Φλώρου, και από τον μέσα κάβον έως τον Λαλαριάν, ο Γιάννης ο Μπρίκος ετραβούσε τα κωπία, καθήμενος στα κάργα, και ελιανοτραγουδούσε μέσα του παλαιά ναυτικά τραγούδια. Δεν ηρώτησεν ούτε μίαν λέξιν διά την γυναίκα του την Γαρουφαλιά, μετά τα τυπικά χαιρετίσματα, τα οποία του είχεν ειπή η θεια-Σκεύω. Δεν τον έμελεν αν κόσμος υπέφερε γύρω του ή απέθνησκεν, αν έπασχεν εκ χολέρας ή εκ πείνης ή εξ άλλων δεινών. Αυτός ετραγουδούσε τους παλαιούς σκοπούς του.
   Η θεια-Σκεύω, διά να τον ευχαριστήσει, ήρχισε να του διηγήται πώς η γυναίκα του είχε τρομάξει άμα έμαθεν ότι αυτός είχε σπορκαρισθεί, πώς υπώπτευε και εφοβείτο μη πάθει κακόν, και πώς αυτή, η Σκεύω, επήγεν εις την οικίαν της διά να της δώση θάρρος, ειπούσα μάλιστα αυτή ότι ο άνδρας της, ο Γιάννης, και ο Σταύρος, ο υιός αυτής, της Σκεύως, θα ήσαν μαζί εις την καραντίνα…
   - Βέβαια, θα έβαλε τες φωνές κι εμάζωξε τον κόσμο πάλι!… ανέκραξεν ο Γιάννης ο Μπρίκος, όστις ενθυμείτο ίσως και άλλην παραπλησίαν περίστασιν. Ήτον ανάγκη, κατάλαβες, να φωνάξη, για να την ακούσουν πως ο άνδρας της εσπορκαρίστηκε κι έμεινε στην καραντίνα. Δεν πάει να κουρεύεται;
   Η θεια-Σκεύω εδάγκασε την γλώσσαν της κι εκοίταξεν έμφοβος τον πορθμέα. Δεν είχεν υπολογίσει ότι η διήγησίς της ήτο πιθανόν να εξοργίσει τον Γιάννην.
    -Εσείς οι γυναίκες, κατάλαβες, με συμπαθάς να σου πω, θεια-Σκεύω, δεν έχετε κουκούτσι μυαλό! Πώς δεν εμπαρκάρισε κι αυτή να ’ρθή να μ’ ευρή, καθώς εμπαρκάρισες τουλόγου σου κι ήρθες να βρης το γυιο σου! Πώς δεν εφόρεσε κι αυτή ανδρίκεια , καθώς τουλόγου σου! Τότε πια θα είχαμε δυο χαρές… και τρεις τρομάρες. Τώρα τα έχουμε μεριά, τότε θα τα εκάναμε σωστό φόρτωμα.
   - Φόρτωμα σας είναι οι γυναίκες σας! είπε με τόνον μομφής η θεια-Σκεύω.
   - Φόρτωμα! σωστό φόρτωμα! απήντησεν ο Γιάννης ο Μπρίκος. Δεν είναι άλλο
 χειρότερο φόρτωμα, χειρότερο πανωσάμαρο, απ’ τις γυναίκες. Τουλόγου σου πάλι, τι σου ήρθε, να ’χουμε καλό ρώτημα, θεια-Σκεύω, να φορέσης τις βράκες του σχωρεμένου του μπαρμπα-Γιαλή, και να κοπιάσης στην καραντίνα, να περάσης για βαρδιάνος στα σπόρκα;
   Η θεια-Σκεύω απήντησε με τόνον δεικνύντα ότι η συζήτησις ήτο οχληρά δι’ αυτήν.
   -Καθεμιά χριστιανή, αυτή μοναχή ξέρει τον πόνο της…
   -Και τι θα κάμης τουλόγου σου τώρα με την καραντίνα; Εδώ καράβια χάνονται, θεια-Σκεύω.
    - Θυμήθηκες συ γείτονας να πης, θυμηθήκατε κανένας από σας τους πατριώτες, να μου στείλετε ένα μαντάτο, να μάθω τι γένεται ο Σταύρος;
    - Και ποιος ξέρει εδώ τι γίνεται ο άλλος, θεια-Σκεύω; Εδώ είναι ποιος ξέρει πόσες χιλιάδες κόσμος… Κοίταξε πόσα καράβια! Ο Γιάννης εδείκνυε την σειράν των έξ επτά μεγάλων πλοίων τα οποία είχον φθάσει από δύο ημερών, και ήσαν ηγκυροβολημένα εις απόστασιν πολλών οργυιών από της ακτής, δεξιόθεν της πλεούσης με την πρώραν προς μεσημβρίαν φελούκας. Η Σκεύω τα είδεν όλα τα καράβια τα οποία της εδείκνυεν ο Γιάννης και της εφάνησαν πολλά, πάμπολλα, παραπάνω από εκατόν.
   Αριστερόθεν, κατά μήκος της ακτής, ήσαν αραδιασμένα εικοσιπέντε ή τριάντα μικροκάικα διαφόρου σκαριού και αρματωσιάς· γολετιά, βρατσέρες, τρεχαντήρια, κότερα, τσερνίκια, τράτες, σκαμπαβίες και βάρκες. Η Σκεύω τα είδε, και της εφάνησαν πολλά, αμέτρητα, παραπάνω από πεντακόσια. Η σελήνη αρτίως ανατείλασα εμοίραζε το φως της μεταξύ της υψηλοτέρας συνδέδρου κορυφής της ερημονήσου και του φωσφορίζοντος και φλοισβίζοντος από την ελαφράν αύραν κύματος, έρριπτεν αφθόνους τας ακτίνας της επί των στιλβόντων εξαρτίων των μεγάλων πλοίων, και άφηνεν εις την σκιάν, υπό την σκοτεινήν ακτήν, την μακράν σειράν των μικρών πλοίων. Φώτά τινα έλαμπον τήδε κακείσε επί των πλοίων. Ηρεμία και σιωπή, εκτός αραιών τινων φωνών, επεκράτει επί των πλοίων, συγκεχυμένη δε βοή ηγείρετο από του εδάφους της μικράς νήσου. Η φελούκα είχε φθάσει ήδη αντικρύ εις τον Λαλαριάν, μεγάλην ίσαλον πεδιάδα πλήρη χονδρών και στιλπνών χαλίκων, εφ’ ων το φέγγος της σελήνης πίπτον προσέδιδε γλυκείαν μελαγχολικήν όψιν.
   Πλησίον εκεί επί της αυτής πεδιάδος, εκεί όθεν ήρχιζε το χόρτον να φύεται, και θάμνοι να έρπωσιν, από τον Λαλαριάν και άνω, εφαίνοντο πέντε ή έξ πρόχειροι σκηναί, με παλαιά καραβόπανα, με κώπας και με κοντάρια κατασκευασθείσαι. Φώτα έλαμπον εις το αυτό μέρος. Εκεί είχον εύρει προσωρινήν στέγην επί της ξηράς οκτώ ή δέκα οικογένειαι, αι πρώται ελθούσαι από δύο ή τριών ημερών. Διότι δεν είχε γίνει ακόμη η μεγάλη συρροή, ήτις ήρχισε μετά τρεις ή τέσσαρας ημέρας. Και ο Γιάννης ο Μπρίκος ωμίλει περί χιλιάδων κόσμου, ως να προέλεγε το μετ’ ολίγον μέλλον, διότι πράγματι επεριμένοντο πάμπολλα πλοία να καταπλεύσωσι μετ’ ου πολύ και μέγα θα ήτο το πλήθος των ταξιδιωτών όσους θα έφερον ταύτα.
   Ου μακράν του Λαλαριά ελθούσα ηγκυροβόλησεν η φελούκα του Γιάννη του Μπρίκου. Ο βαρκάρης εθαλάσσωσεν ο ίδιος, έσυρε την φελούκαν ολίγας σπιθαμάς προς την άμμον. Η γραία Σκεύω, ως να ενθυμήθη τα νιάτα της, εσηκώθη, επήδησεν ελαφρά εις την άμμον, έβρεξεν ολίγον τα πασουμάκια της εις το κύμα, έκαμε το σημείον του σταυρού και είπε: «Πάντα κατευόδιο!»