Βαρδιάνος στα σπόρκα

Κεφάλαιο ΣΤ’

   Έμπροσθεν του κτιρίου προς δυσμάς βλέποντος, προς την πόλιν, ίστατο μετρίου μεγέθους μονήρες δένδρον, δρυς, εκτοπισθείσα εκεί μακράν των κραταιών συντρόφων της του δρυμώνος, διά να δροσίζη με την σκιάν της τους εν στενοχωρία και αποκλεισμώ ταξιδιώτας, τους τελούντας την κάθαρσιν εις το λαζαρέτον. Εκεί υπό την σκιάν εκείνην πολλοί ρεμβασμοί ανειλίχθησαν αοράτως ανερχόμενοι ανά τους χλωρούς κλώνας και την ανήλιον φυλλάδα του μονήρους δένδρου, και πολλοί πόθοι εστάλησαν υπερπόντιοι πέραν εις την χαρίεσσαν πολίχνην με τους λευκούς τοίχους και με τα κυανά παράθυρα και τους κομψούς εξώστας, όπου χαριέσταται βαθύμαλλοι κεφαλαί προέκυπτον συχνά, και όπου γαλανά ή μαύρα όμματα έστελλον κρυφούς έρωτας και γλυκείς ιμέρους υπεράνω του κύματος πέραν του λιμένος.
   Η γραία Σκεύω διετήρει - μία εκ των ολίγων πράγματι ευαισθήτων γυναικών, τας αναμνήσεις ταύτας - τας οποίας ακροθιγώς υπηνίχθημεν εν τω προηγουμένω κεφαλαίω, και δεν της εκαλοφάνη, είπομεν, όταν έμαθεν ότι ο υιός της θα διέτριβεν είκοσι μίαν ημέρας μέσα εις τον Τσουγκριάν, και άλλας ένδεκα εις τα νέα λαζαρέτα. Δεν θα ηδύνατο πλέον να γεμίζη το εύπλεκτον κομψόν καλαθάκι της με οικιακά δώρα διά τον υιόν της, όπως το εγέμιζε το πάλαι διά τον σύζυγόν της. Δεν θα ηδύνατο το βράδυ-βράδυ, όταν θα εχαμήλωνεν ο ήλιος έως την κορυφήν του βουνού, να σηκωθεί να πάρει γεμάτον το καλαθάκι της, και να υπάγη, το γιαλό-γιαλό, την άμμο-άμμο πέραν εις τον μέγαν αρσανάν της πόλεως, σιμά εις την λίμνην, αντικρύ εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Γεωργίου, διά να φέρη το καλαθάκι της εις τον υιόν της. Τώρα θα εχρειάζετο να κάμει φτερά, διά να υπάγη εις τον Τσουγκριάν, εις την νήσον της Ευαγγελίστρας, προς το πέλαγος, διά να φέρη το καλαθάκι της εις τον υιόν της. Θα εχρειάζετο να κάμει θαύμα η Παναγίτσα της, η μικρά της ασημωμένη και μαλαμοκαπνισμένη Παναγίτσα, διά να της δώση την δύναμιν να περιπατήση απάνω εις το κύμα, βαστάζουσα το μικρόν εύπλεκτον καλαθάκι της διά να το φέρη εις τον υιόν της, προς ανακούφισιν της στενοχωρίας του εις την καραντίναν.
  Διότι οι πορθμείς και οι λεμβούχοι, οι άνθρωποι αυτού του καιρού, θα την έσκωπτον  σκληρώς και θα την επεριγέλων, εάν τους παρεκάλει να την πάρωσιν εις την φελούκαν των, όπως την φέρωσιν εις τον Τσουγκριάν, να ίδει από μακράν τον υιόν της. Και δεν της έμενε πλέον, ειμή να στέλλη το μικρόν εύπλεκτον καλαθάκι, γεμάτον από δώρα του οίκου και της αμπέλου, σκεπασμένον με πετσέταν λεπτοϋφασμένην μεταξωτήν, να στέλλει το καλαθάκι εις τον υιόν της, χωρίς να δύναται να υπάγη μόνη της.
   Δεν της εκαλοφάνη βέβαια… αλλά πόσον περισσότερον της εκακοφάνη όταν το βράδυ, επανερχομένη από της εξαδέλφης της, της Γερακίνας, γεμάτη από λογισμούς και υποψίας, ενώ ανέβαινε το λιθόστρωτον το φέρον εις την επάνω γειτονιά, πατούσα σιγά-σιγά, ελαφρά-ελαφρά, με όλα τα εξηνταπέντε χρόνια της, από λιθάρι εις λιθάρι, από στενόν εις στενόν, από γωνίαν εις γωνίαν, διά του παραθαλασσίου δρόμου πέραν της αγοράς, πόσον της εκακοφάνη όταν μία βαρκούλα, η οποία είχε κατεβάσει το πανάκι της και ήρχετο με τα κωπία προς την άμμον, επλησίασε μέχρι βολής τουφεκίου εις τον παραθαλάσσιον ανηφορικόν δρόμον, δι’ ου ανέβαινεν αυτή, επλησίασεν φέρουσα τρεις επιβάτας, ένα ηλικιωμένον,  και δύο παιδία, και όταν έν των παιδίων, μία κλήρα, η πλάσις αυτού του καιρού τής εφώναξε σκληρώς:
   - Θεια-Σαβουρόκοφα! ο γυιός σου είναι άρρωστος στον Τσουγκριά, από χολέρα!

Τώρα, το παλαιόν λαζαρέτον έμεινεν ερείπιον, διηγούμενον εις τον εννοούντα την μυστηριώδη γλώσσαν του επισκέπτην, τους φόβους, τας αγωνίας, τα βάσανα, τας επιθυμίας, την υπομονήν, την εγκαρτέρησιν, τας θυσίας, τους πόνους, τας νόσους, τους θανάτους, τους λυγμούς, τα δάκρυα, την απελπισίαν, όλα όσα είδε και ήκουσε κατά καιρούς, από της ανεξαρτησίας και εντεύθεν. Το δένδρον ίσταται ακόμη ορθόν, αλλ’ εν παρακμή και ώχρα φύλλων τις οίδεν αν ενθυμήται τους ρεμβασμούς όσους εσκίασεν υπό τους γαμψούς και ούλους, τους εν σχήματι διαδήματος ανερχομένους κλώνας του, και τους καημούς τους οποίους εδρόσισεν υπό το φύλλωμά του. Αλλ’ ο είς τοίχος του κτιρίου, γυμνός από τον άνεμον, μαυρισμένος από την καταιγίδα, ίσταται κυρτός και σημειοί το μέρος όπου ηγείρετο το κτίριον, και ο βράχος της παραλίας μετά πόθου αναπολεί τας φαιδράς λαλιάς των γυναικείων χαιρετισμών, όσοι αντήχησάν ποτε υπεράνω του κύματος τούτου. Προ τεσσαρακονταετίας σχεδόν, η Κυβέρνησις απεφάσισε να εγκαταλείψη το παλαιόν λαζαρέτον, το οποίον ήτο εις τον μυχόν του ανατολικού λιμένος, και διέταξεν να κτίσωσι νέα λαζαρέτα μεσημβρινότερον επί της αυτής παραλίας, έν περίπου μίλιον απώτερον, προς το ανατολικόν στόμιον του λιμένος. «Από Θεό κι απ’ αφεντιά» τα νέα λαζαρέτα εκτίσθησαν, κατά το σχέδιον του μηχανικού της Κυβερνήσεως. Τρία κτίρια, τα δύο υψηλότερα επί του βουνού, το τρίτον χαμηλότερον προς την παραλίαν. Εν μέσω των τριών μεγάλη στέρνα, αιωνίως στειρευμένη από νερόν. Κάτωθεν του τρίτου λαζαρέτου, υψηλή, πλατεία μαρμαρίνη κλίμαξ, και κάτωθεν της κλίμακος πλατεία καλοκτισμένη αποβάθρα επί της θαλάσσης.
   Τα τρία νεόδμητα κτίρια διετηρήθησαν επί έν έτος εν καλή καταστάσει, ύστερον, επειδή εβράδυνεν ευτυχώς ν’ ακουσθεί μεγάλη επιδημία, έμειναν ακατοίκητα και ουδέποτε επισκευάσθησαν πλέον. Τώρα, όπως είναι μακρά, λευκά και χαμηλά, φαίνονται μακρόθεν ως τρία λευκόμαλλα αρνία, αποπλανηθέντα από το κοπάδι του γερο-Κοντζιδάκη, πλαγιασμένα εκεί με το λυκόφως της εσπέρας, κατά μήκος της ακτής, μηρυκάζοντα εις το εφαπλούμενον σκότος.
   Τέλος, ήλθε το 1865, και η χολέρα εκομίσθη το θέρος εις την ανατολικήν Ευρώπην, πιθανώς, όπως πάντοτε, διά των μουσουλμάνων προσκυνητών της Μέκκας.
   Αι δύο «μεγάλαι μουσουλμανικαί δυνάμεις», η μία με το χρυσοφόρον ινδικόν κράτος της, η άλλη με τας προσοδοφόρους της κτήσεις εν Αλγερία, δεν απεφάσισάν ποτε να θέσωσι περιορισμούς τινας εις τα ταξίδια των μωαμεθανών υπηκόων των, και δεν εύρον ποτέ συμφέρον να βιάσωσι την Πύλην όπως εφαρμόση τελεσφόρα υγειονομικά μέτρα εις την κοιτίδα του μωαμεθανισμού εν Αραβία. Η ταλαίπωρος Ανατολή υπήρξε και τότε, ως τώρα και πάντοτε, υπό τε γεωγραφικήν και κοινωνικήν, υπό πολιτικήν και θρησκευτικήν έποψιν, άφρακτος αμπελών. Αλλ’ ο Χριστός ομιλεί περί τινος μελλούσης ημέρας, ότε θα έλθει ο κύριος του αμπελώνος.
   Εναντίον της χολέρας του 1865 διετάχθησαν εν Ελλάδι μακραί και αυστηραί καθάρσεις. Τότε τα νεόκτιστα λοιμοκαθαρτήρια του τόπου δεν ήρκεσαν πλέον και δεν εκρίθησαν κατάλληλα διά τον σκοπόν των καθάρσεων, και διετάχθη προς τοις άλλοις να συσταθή έκτακτον λοιμοκαθαρτήριον επί της ερημονήσου Τσουγκριά. Τας πρώτας ημέρας του Αυγούστου είχαν καταπλεύσει ολίγα πλοία. Μετά δύο ή τρεις ημέρας ο αριθμός των κατάπλων εδιπλασιάσθη.
   Την επομένην εβδομάδα είχον έλθει πλείονα των 30 μεγάλων ιστιοφόρων, και πάμπολλα μικρά καΐκια. Περί τα μέσα του Αυγούστου, ο αριθμός των βρικίων, και μεγάλων σκουνών, των καθαριζομένων περί την νήσον Τσουγκριάν, ανήλθεν εις πεντήκοντα, και τα μικρά καΐκια υπερέβησαν τα εκατόν. Τα εκατόν πεντήκοντα ταύτα πλοία είχον φέρει πλείονας των τρισχιλίων επιβατών, εκτός του αριθμού των πληρωμάτων. Έξω, εις τον Τσουγκριάν μεγάλη δραστηριότης επεκράτει. Ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης, όστις είχεν αναλάβει την κατασκευήν των παραπηγμάτων, είχεν αρχίσει μετά ζήλου την εργασίαν του. Είχε συναινέσει χάριν της εργασίας, να «σπορκαρισθεί» εκουσίως, ήτοι να συγκοινωνήση εξ ανάγκης με τους εν καθάρσει και μετάσχει και αυτός της καθάρσεως. Εις την απόφασιν του ταύτην τον ηκολούθησαν φιλοτίμως τέσσαρες εκ των συναδέλφων του τεκτόνων εργαζόμενοι υπό τας διαταγάς του. Ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης εκάρφωνε μικράν δοκόν εδώ, μίαν σανίδα εκεί, και είτα έτρεχε παρέκει. Ήρχιζεν έν παράπηγμα, εκάρφωνε τρεις σανίδας διά τοίχον, δύο πέταυρα διά στέγην, είτα το άφηνεν ατελές, και ήρχιζεν άλλο παράπηγμα.
   Αφού είχεν εμπήξει ένα πάλον, εις την γην, αρκετά στερεά ώστε να μη ανατρέπεται υπό του ελαφρού ανέμου, και αρκετά ρηχά, ώστε να σείηται όλος εις πάσαν επαφήν, εκάρφωνεν οριζοντίως μίαν δοκίδα, ενεπήγνυε δεύτερον πάλον εις το αμμώδες έδαφος, εκάρφωνε μίαν σανίδα από το έν μέρος, την άφηνεν ακάρφωτην από το άλλο μέρος και είτα μετέβαινεν εις άλλο παράπηγμα. Άφηνεν ένα των τεχνιτών του, τον νεώτερον, ν’ αποτελειώση το παράπηγμα, και αυτός έτρεχε να θεμελιώνει άλλο. Είτα μετεκάλει τον μαθητευόμενόν του εις τον οποίον είχε δώσει εντολήν ν’ αποτελειώση το ημιτελές παράπηγμα, και τον διέταττε να εργασθή εις το δεύτερον, αφήνων με δύο σανίδας και με τρεις αστηρίκτους δοκίδας κλονούμενον το παλαιόν. Εντός μιας εβδομάδος είχε κατασκευάσει ούτω πλείονα των είκοσι παραπήγματα, μεγάλα και μικρά, αλλ’ ολίγα τούτων είχον  φατνωμένας με σανίδας τας πλευράς, κανέν δεν είχε σκεπασμένην με στέγην την κορυφήν, όπως στεγάσει ανθρώπους. Εν τω μεταξύ τα πρωτοβρόχια ήρχισαν πρώιμα, και η συρροή των ταξιδιωτών ήτο μεγάλη. Πολλοί των ταξιδιωτών επροτίμων να μένωσιν επί των πλοίων, εις τα οποία άλλως θα εστενοχωρούντο να μένωσι περισσότερον. Γυναίκες, παίδες και κοράσια υπέφερον επί των πλοίων, αν και ήσαν ηγκυροβολημένα ταύτα.
   Πάμπολλαι ελληνικαί οικογένειαι είχον έλθει εσπευσμένως επί του πρώτου ελληνικού ιστιοφόρου το οποίον ηδυνήθησαν να εύρωσιν, ολίγαι οικογένειαι δυτικών και λεβαντίνων, καί τινες εβραϊκαί. Πολλοί των πλοιάρχων εξήσκουν την φιλανθρωπίαν με το αζημίωτον, επιβιβάζοντες εις τα σκάφη των όσον το δυνατόν πλείονας επιβάτας.
   Όπως συμβαίνει πάντοτε εν καιρώ πανικού φόβου, μέγας συνωστισμός και σπουδή αλόγιστος και τυφλή φυγή είχον επέλθει. Ο πρώτος σαστισμός της φυγής είχε συναντήσει δεύτερον σαστισμόν, τον σαστισμόν των επειγόντων μέτρων εις τα ελληνικά παράλια. Έξω εις την πολίχνην αι τοπικαί αρχαί είχον εκτελέσει την προμήθειαν του υλικού και την συμφωνίαν της κατασκευής των προσωρινών καταλυμάτων.
   Μέσα εις την ερημόνησον, ο μαστρο-Στάθης ο Χερχέρης εφιλοτιμείτο να κατασκευάση πολλά παραπήγματα εις μίαν ημέραν και κατεσκεύασεν εντός δύο εβδομάδων πλείστα ημιτελή. 
   Πέταυρον μισοκαρφωμένον, αποσπώμενον την νύκτα, από το φύσημα της αύρας, έπιπτεν εις την κεφαλήν της μισοκοιμισμένης γυναικός και του πιπιλίζοντος την θηλήν της βρέφους εις το πλευρόν της.
   Στύλος μισοεμπεπηγμένος εις το αμμώδες έδαφος, θιχθείς από τον τανυόμενον πόδα του ρέγχοντος υπτίου ανδρός, έπιπτεν ομού με όλον το παράπηγμα, και επλάκωνε την κοιμωμένην οικογένειαν, πλησίον του βάλτου, εις την παραλίαν. Γογγυσμοί και θρήνοι ήρχισαν ν’ ακούωνται εδώ κι εκεί. Η τερπνή, η πρασινίζουσα πευκόφυτος και ελαιόφυτος νήσος, εφαίνετο ως μικρά γωνία πρώην ερημικού παραδείσου, εις ην επέδραμον αίφνης δαίμονες οδηγούντες κολασμένας ψυχάς τας οποίας ετέρποντο να βασανίζωσιν εν αυτή τη Εδέμ, όπως καταστήσωσι σκληροτέραν την κόλασιν.