Ο Σαμουήλ

Ο μοναχός ούτος, του οποίου ετόλμησα να υμνήσω τον θάνατον, είναι το τελευταίον ολοκαύτωμα, το οποίον αυτοπροαιρέτως προσφέρεται επί του βωμού της πατρίδος την ημέραν, καθ’ ήν τελευτά το Σούλι… το Σούλι αφημαγμένον ήδη και αγωνιών.

Ότε διά της επιμονής, και πολλώ μάλλον της προδοσίας του Πήλιου Γκούση και του Κουτζονίκα, ο Μουχτάρ και ο Βελής, υιοί Αλή του Τεβεκενλή, επέτυχον πολλούς μεν να καταστρέψωσιν, άλλους δ’ εκ των Σουλιωτών ν’ απομακρύνωσι, μόνος απέμενεν ο ιερομόναχος Σαμουήλ, άκαμπτος εις την απόφασιν να ταφή μετά της γλυκυτάτης αυτού πατρίδος

Ανήρ αδάμαστος, ακαταμάχητος, μέχρι μανίας εραστής των ελευθέρων βράχων του, εξ απαλών ονύχων αφιερωμένος εις τα θεία, θαυμασίως πως ήνωνεν εν εαυτώ τον διπλούν χαρακτήρα του πολεμιστού και του ιερέως.

Ήτο το τελευταίον νήμα, αφ’ ου εκρέματο το τρισάθλιον Σούλι κατά τας τελευταίας στιγμάς της ζωής του. Διό και ανεκηρύχθη τότε ομοθυμαδόν πολεμάρχος και εις αυτόν μόνον διεπιστεύθη η εσχάτη υπεράσπισις. Απαυδήσαντες πλέον οι λέοντες εκείνοι ήλπιζον ίσως ότι η πίστις του Σαμουήλ ήθελε βεβαίως τούς σώσει, αν η ανδρεία του δεν ήθελεν αρκέσει μόνη.

Εις την αιματηράν και φονικωτάτην έφοδον των Αλβανών εις το Κακοσούλι ανεδείχθη ο Σαμουήλ άγγελος θανάτου. Και ότε πάσα ελπίς σωτηρίας εξέλιπε, τότε έθεσε το σώμα του φραγμόν ανυπέρβλητον μεταξύ του σμήνους των Οθωμανών και των ολίγων επιβιωσάντων Σουλιωτών, δυνηθέντων ούτω να οπισθοχωρήσωσι και διαφύγωσι την μάχαιραν και τα μαρτύρια.

Αφού τα ολίγα εκείνα ερείπια ήσαν έξω κινδύνου, ο Σαμουήλ, μαχόμενος πάντοτε, μετά πέντε μόνων συνεταίρων επρόφθασε και εκλείσθη εις το Κούγκι, πύργον κτισμένον επί αποτόμου βράχου, αποθήκην πυρίτιδος και όπλων. Τον πύργον τούτον, εντός του οποίου υπήρχε και εκκλησία επ’ ονόματι της Αγίας Παρασκευής, η πατρίς παρέδωκεν εις τας ιεράς αυτού χείρας και ο μοναχός είχεν ομόσει τον όρκον του θανάτου ότι ουδεμία ουδέποτε ανθρωπίνη δύναμις ήθελε βιάσει αυτόν να τον εγκαταλείψη.

Περικυκλωμένος πανταχόθεν, υπέμεινεν ο Σαμουήλ όσα ανθρωπίνη καρτερία ηδύνατο να υπομείνη. Τα πολεμοφόδια εφθείροντο αφ’ ώρας εις ώραν. Κεκμηκότες, τραυματισμένοι, ουδέ σταγόνα ύδατος είχον πλέον ίνα δροσίσωσι τα κατάξηρα και φλογισμένα χείλη των. Η στιγμή της αγωνίας είχε φθάσει… Κλίνατε το γόνυ και τας κεφαλάς, σεις οι πιστοί, δεόμενοι υπέρ των ψυχών εκείνων! …

Τη δεκάτη εβδόμη Δεκεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τρίτου έτους, ημέρα προσευχής και νηστείας εις το νέον Ελληνικόν μαρτυρολόγιον, ο ιερομόναχος Σαμουήλ μετά της αγίας αυτού Πεντάδος ανίπτανται προς τον ουρανόν επί πτερύγων πυρός και στεφανούνται υπό του Υψίστου ως μάρτυρες θανόντες υπέρ πίστεως και πατρίδος. 
Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, τελευταίος ημών αυτοκράτωρ, και Σαμουήλ ο ιερομόναχος, τελευταίος των Σουλιωτών πολέμαρχος. Ο πρώτος, αρχηγός και κεφαλή ηκρωτηριασμένης αυτοκρατορίας, γενναίως κατηνάλωσε τον βίον μαχόμενος υπέρ του στέμματός του. Ανατολή και Δύσις ήσαν μάρτυρες της μονομαχίας, εις ήν Μωάμεθ ο δεύτερος τον είχε προκαλέσει. Πεδίον της μάχης ήτο το Βυζάντιον. Το Βυζάντιον! … η άνω Ιερουσαλήμ, η γη της επαγγελίας, ο απόκρυφος παλμός της καρδίας μας. Ποία ελληνική ψυχή δεν ήθελεν εξαφθή εις την συμπλοκήν εκείνην.

Ο δεύτερος, αγέρωχος, άκαμπτος, πτωχός δημοκράτης, μόνος μετά του Θεού του και του υπέρ πατρίδος έρωτός του, μακράν του κόσμου, επί αποτόμου βράχου, μη μεριμνών περί μελλούσης δόξης, αυτόχειρ καταστρέφεται και ουδέ το πτώμα αφήνει εις χείρας των απίστων.

Ο θάνατος του αυτοκράτορος εξέπληξε την οικουμένην· η θυσία ενός καλογήρου έμεινε θαμμένη εις το σκότος του παρελθόντος. Ο πολυτελής μανδύας απέκρυψε διά της λάμψεώς του το ευτελές και πενιχρόν ράσον. Παράνομος βαθμολογία, ήτις δεν έπρεπε να εκτείνεται και πέραν του μνήματος!;
Δόξα και τιμή τω Κωνσταντίνω! Αλλ’ αποδοθήτω και εις τον πτωχόν Σαμουήλ, τον δημοκράτην πολεμάρχον, η λατρεία, την οποίαν από τοσούτων χρόνων οφείλομεν προς αυτόν.

                               Ο Σαμουήλ

—Καλόγερε, τί καρτερείς κλεισμένος μες στο Κούγκι;
Πέντε νομάτοι σὄμειναν κι εκείνοι λαβωμένοι,
κι είναι χιλιάδες οι εχθροί που σ’ έχουνε ζωσμένον.
Έλα να δώσεις τα κλειδιά, πέσε να προσκυνήσεις,
κι αφέντης ο Βελήπασας δεσπότη θα σε κάμει.

Έτσι ψηλά από το βουνό φωνάζει ο Πήλιο Γκούσης.
Κλεισμένος μες στην εκκλησιά βρίσκετ’ ο Σαμουήλης,
κι αγέρας πέρνει τη φωνή του Πήλιου του προδότη.

Χωρίς ψαλμούς και θυμιατά, χωρίς φωτοχυσία,
γονατισμένοι σκυθρωποί, μπρος στην Ωραία Πύλη,
πέντε Σουλιώτες στέκονται με το κεφάλι κάτου·
βουβοί, δεν ανασαίνουνε και βλέπεις κάπου κάπου
οπού ένα χέρι σκώνεται και κάνει το σταυρό του.
Ακίνητα στο μάρμαρο σέρνονται τα σπαθιά τους,
σπαθιά που τόσο εδούλεψαν για το γλυκό τους Σούλι!
Δε φαίνετ’ ο καλόγερος· μόνος του στ’ άγιο Βήμα
προσεύχετο κι ετοίμαζε τη μυστική θυσία.
Σφιχτά, σφιχτά στα χέρια του εβάστα το Ποτήρι
και μύρια λόγι’ απόκρυφα έλεγε του Θεού του.
Τα μάτια, κατακόκκινα απ’ τες πολλές αγρύπνιες,
εκοίταζαν ακίνητα το Σώμα και το Αίμα.
Τί θάλασσα που κύματα έχει κρυφές ελπίδες!…
Σιγάτε βρόντοι τουφεκιών, πάψτε φωνές πολέμου,
κι ο Σαμουήλ την ύστερη την Κοινωνιά θα πάρει.

Κι εκεί που κοίταζ’ ο παπάς τη Σάρκα του Θεού του,
εκύλησ’ απ’ τα μάτια του στου Ποτηριού τα σπλάχνα
σαν τη δροσούλα διάφανο κρυφά κρυφά ένα δάκρυ.

— Θεέ μου και πατέρα μου! θαμμένος εδώ μέσα
εδίψασα. Χωρίς νερό η θεία Κοινωνιά σου
θα έμεν’ ατελείωτη. Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη,
αυτό το μαύρο δάκρυ μου, μη το καταφρονέσεις·
αμόλυντο και καθαρό, βγαίν’ απ’ τα φυλλοκάρδια·
δέξου το, Πλάστη, δέξου το, άλλο νερό δεν έχω.

Ήτανε ήλιος κι έλαμψε το ιερό το σκεύος.
Το αίμα εζεστάθηκε, άχνισε, ζωντανεύει.
Αναγαλλιάζει ο Σαμουήλ που είδε τη Θεία Χάρη
και τρέμοντας αγκάλιασε το Θεϊκό Ποτήρι
και τὄσφιξε στα χείλη του κι άκουσε που χτυπούσε,
σα να ’τανε λαχταριστή καρδιά, ζωή γιομάτη.

Ανοίγ’ η Πύλη του ιερού, σκύφτουν τα παλικάρια·
τ’ ανδρειωμένα μέτωπα το μάρμαρο χτυπάνε,
και καρτερούν ακίνητα του γέροντα τα λόγια.

Επρόβαλ’ ο καλόγερος. Το πρόσωπό του φέγγει
σα χιονισμένη κορυφή στου φεγγαριού τη λάμψη.
Στα λαβωμένα χέρια του βαστούσ’ ένα βαρέλι
πὄκλειε μέσα θάνατο, φωτιά κι απελπισία.
Εκείνο μόνο τὄμεινε, εκείνο μόνο φθάνει.
Εμπρός στην Πύλη του ιερού μονάχος του το σταίνει
και τρεις φορές το βλόγησε και τρεις φορές το φχέται.
Σα να ’ταν Άγια Τράπεζα, σα να ’ταν Αρτοφόρι
επίθωσε ο καλόγερος επάνω το ποτήρι,
και σιωπηλός κι ατάραχος άναψε θειαφοκέρι.

Τα γόνατά του εχτύπησαν ορμητικά την πλάκα,
εσήκωσε τα χέρια του, το πρόσωπό του ανάφτει,
κι οι πέντε τον εκοίταζαν βουβοί μέσα στα μάτια.

                     Η δέησις

Πατέρα μου, σ’ εδούλεψα
πιστά σαράντα χρόνια,
και τώρα στα γεράματα
μου δίνεις καταφρόνια!
Το θέλημά σου ας γενεί!
Λυπήσου μας, σπλαχνίσου
             και πάψε την οργή σου.

Σ’ εσένα, σαν ορφάνεψα,
έδωκα την ψυχή μου,
το Σούλι μου τ’ αγκάλιασα
στον κόσμο για παιδί μου…
Τώρα το Σούλι το ’χασα…
Ήλθ’ η στερνή μου μέρα,
             θά ’λθω σ’ εσέ, Πατέρα.

Μέτρησε πόσοι εμείναμε!
Οι άλλοι πεθαμένοι
μες στα λαγκάδια σέρνονται
νεκροί και λαβωμένοι!
Άταφ’ αμοιρολόητα
σέπονται τα κουφάρια
             στου λόγγου τα χορτάρια.

Όρνια και λύκοι εχόρτασαν
τα μαύρα κρέατά μας.
Συχώρεσε, συχώρεσε,
Πλάστη, τα κρίματά μας!
Και τώρα που θα να ’λθομε
κι εμείς στην αγκαλιά σου,
           δέξου μας σαν παιδιά σου.

Και κοίταξε τα χέρια μας
τώρα σ’ εσέ σκωμένα,
πώς είν’ από το άπιστο
το αίμα λερωμένα,
κι ευχαριστήσου, Πλάστη μου,
και πες: «Ευλογημένοι,
           Πιστοί μου ανδρειωμένοι».

Τώρα το Σούλι απέθανε·
δεν έμειν’ ένα χέρι
που να μπορεί στα δάχτυλα
να σφίξει το μαχαίρι·
Πατέρα παντοδύναμε,
γενού σ’ εμάς πατρίδα,
          άλλη δεν έχω ελπίδα.

Εκεί ψηλά στο θρόνο σου
στην τόση βασιλεία,
δώσε σ’ εμάς τους δύστυχους
μικρή μια κατοικία,
να μοιάζει με το Σούλι μας,
και δώσε μου ένα βράχο
           κι εκεί το Κούγκι να ’χω.

Χώμα στο Σούλι ελεύθερο
για να ταφώ δεν μένει·
ελέησόν με, Πλάστη μου,
συχώρεσε να γένει
το Κούγκι μου η εκκλησιά,
το ιερό σου Βήμα,
          του Σαμουήλ το μνήμα.

Εδώ ποδάρι άπιστο
ποτέ δε θα τολμήσει,
ποτέ… το είπα, τ’ όρκισα,
το Κούγκι να πατήσει.
Μαζί μου παίρνω τα κλειδιά,
Πλάστη μου, δεν τ’ αφήνω,
           ούτε σ’ εσέ τα δίνω.

Εκεί ψηλά στον ουρανό
να τα φορεί στη μέση
ο Σαμουήλ ο δούλός σου
θα σε παρακαλέσει.
Πατέρα μου, μη πειραχθείς,
κάμε μου αυτή τη χάρη
           άλλος να μη τα πάρει.

Και τώρα, τώρα π’ άκουσες
τον πόνο, τον καημό μας,
δέξου μας και θ’ αφήσομε
το Σούλι το γλυκό μας.
Το Σούλι, αχ! πώς το ’χασα!
Ψυχή μου, μη δακρύσεις…
           Είν’ ώρα να τ’ αφήσεις.

Κι απλώνοντας τα χέρια του στους πέντε του συντρόφους:

—Θεέ μου πολυέλεε!
Τώρα που θα ν’ αφήσω
τον κόσμο και στον ίσκιο σου
θά ’λθ’ ο φτωχός να ζήσω,
μια χάρη θέλω, Πλάστη μου·
τα πέντε τα παιδιά μου
να τα ’χω συντροφιά μου.

Τ’ ανάθρεψα στον κόρφο μου·
γιά ιδέ τα τα καημένα,
άλλονε δεν αγάπησαν
παρά εσέ κι εμένα.
Παιδιά μου, μη δειλιάζετε,
να ’χετε την ευχή μου…
Θα ζήσετε μαζί μου.

Σταλαματιά, σταλαματιά τα δάκρυά τους πέφτουν
κι η πλάκα που τα δέχεται ραγίζεται και τρίζει.
Παράπονο τους έπιασεν, όχι θανάτου φόβος,
και κλαίοντας ο Σαμουήλ, εις το ’να του το χέρι
το ιερό Ποτήρι του και στ’ άλλο τη λαβίδα,
αρχίνησε την Κοινωνιά του Πλάστη να μεράζει.

Ο πρώτος εμετάλαβε, μεταλαβαίνει κι άλλος,
την έδωσε στον τρίτονε, κι ο τέταρτος την παίρνει,
και φθάνει ώς τον ύστερο και του τηνε προσφέρει.
Κι εκεί που έψαλλ’ ο παπάς με τη γλυκιά φωνή του:
                   «Του δείπνου σου του μυστικού
                      σήμερον, υιέ Θεού»…

φωνές ακούονται, χτυπιές, αλαλαγμός, αντάρα.
Πλακώσανε οι άπιστοι· καλόγερε, τί κάνεις;…
Εσήκωσε τα μάτια του ο Σαμουήλ στον κρότο
και στάζ’ απ’ τη λαβίδα του επάνω στο βαρέλι
μια φλογερή σταλαματιά απ’ του Θεού το γαίμα…
Αστροπελέκια επέσανε, βροντάει ο κόσμος όλος,
λάμπει στα γνέφ’ η εκκλησιά, λάμπει το μαύρο Κούγκι.
Τί φοβερή κεροδοσά πὄλαβε στη θανή του
το Σούλι το κακότυχο, και τί καπνό, λιβάνι!…

Ανέβαινε στον ουρανό και του παπά το ράσο
κι απλώθηκε, κι απλώθηκε σαν τρομερή μαυρίλα,
σα σύγνεφο κατάμαυρο κι εθόλωσε τον ήλιο.
Κι ενώ τ’ ανέβαζ’ ο καπνός, κι ενώ το συνεπαίρνει,
το ράσο πάντ’ αρμένιζε κι εδιάβαινε σα Χάρος,
κι εκείθεν όπου διάβηκε ο φλογερός του ίσκιος,
σα να ’ταν μυστική φωτιά ερόγκισε το λόγγο.
Και με τες πρώτες αστραψές και με τα πρωτοβρόχια
χλωρό χορτάρι φύτρωσε, δάφνες, ελιές, μυρτούλες,
ελπίδες, νίκες και σφαγές, χαρές κι ελευθερία.