Dies Irae

Ίσκιοι του Ονείρου, απόκληροι του Κόσμου, ξεπεσμένοι
Ξαρμάτωτοι διαβαίνουμε μπροσ’ στην ιερή κονίστρα 
Γύρω απ’ το κυρτωμένο μας τυλίγοντας κουφάρι 
Την ξεφτισμένη μας παλιά ολοπόρφυρη χλαμύδα.

Με σκέψεις μαύρες και με συλλογές πικρές, περνούμε
Κάτω απ’ της άχαρης νυχτιάς το μολυβένιο θόλο,
Κι ένα αστεράκι, αργά και που ξεκόβοντας, μάς στέλλει
Τό φωτεινό περίγελο, ψηλά από τη φωλιά του.

Για μια στιγμή, λες πιάσαμε τ’ αθώο πουλί στα χέρια 
Το χρυσοπούλι που άλλοτε μέσ’ την καρδιά εκελάδει,
Κι ενώ θαρρούμε πως σκιρτά στό πουπουλένιο χάδι
Περίλυπη ή ματιά την άδεια φούχταν άντικρύζει.

Έτσι ή μια μέρα πένθιμα ακολουθά την άλλη μέρα
Άπραγη κακορίζικη, δίχως φωτός αχτίδα•
Μακρυά στο σύθαμπο κάποιος λυγμός γροικιέται
Ενώ λες απ’ το θρήνο τον οκνό του πεθαμένου  Ονείρου.

Δίχως παλμό, το νεκρικόν ψαλμό οι καρδιές ψελλίζουν
Μπρος ’στων χαμένων ημερών τα λείψανα τα κρύα.
Κι αγκομαχά η φτωχή μέσ’ απ’ τα κούφια σπλάχνα
Που της αδράνειας το πιοτό βαθειά έχει φαρμακώσει.

Ω Νιότη! Νιότη ανέμυαλη, που δεν έχεις αφήσει
Μήτε όσιο, μουδέ ιερό, μέσ’ στ’ άγια των αγίων·
Ω Νιότη, που ξεσκάλισες και σκόρπισες τη στάχτη
Την άγια στάχτη, αστόχαστη, μέσ’ στην οργή του ανέμου.

Νά ’ξαιρες ποιάν ερήμωσι το βέβηλο σου χέρι
Μελλόταν να σκορπίσει αλί, στην άραχλη Οικουμένη
Σε πέλαγα και σέε καρδιές, σε σπλάχνα και σε ξέρες
Νά ’ξαιρες... μα δεν τόξαιρες κι ο νους δεν τό στοχάσθη...

Και τώρα πιές αγόγγυχτα και άναντρα το ποτήρι
Του ξεπεσμού· καί τώρα ιδές τη μαύρη οργή του Χάρου
Μες τη μακάβρια καταχνιά που ολόγυρα σέ ζώνει,
Νά σβύνη εντός σου τ’ άγρυπνο της  Αρετής λυχνάρι.

Και τώρα, Νιότη ανέμυαλη του ξεπεσμού θρεφτάρι,
Στην πέτρα πού κυρτή, να ξαποστάσης έχεις γύρει
Σκάψε βαθειά με τα δικά σου νύχια, κι έλα θάψε
Τα ιδανικά πού κάποτε τά Νιάτα εφωτίσαν.

Μ’ αν μέσαθέ σου απόμεινε, κάπου, βαθειά κρυμμένη
Απ’ το παλιό αγιαστήρι, κάποια σπίθα, ω  Άγια Νιότη,
Συδαύλισέ την κι άφησε, στην ξαναμμένη φλόγα,
Πυρσός τα σπλάχνα σου να καούν στα χείλη, εδώ, του Τάφου.