Από το Πλοίο Ναυκρατούσα

Φαρμάκι, δίψα της ψυχής, ανάσα μες στα φύκια,
γάμος μιας νύχτας αίματος μέ άγνωστα κορμιά.
Δόξα του μπλε καί του λευκού, στεφάνι από χαλίκια,
νησιά πιασμένα απ’ το καρφί που στάξουν γιασεμιά.

Μόνο οι ψυχές μας φεύγουνε κρυφά και ταξιδεύουν
στο μύθο και στην απονιά και στ’ αρμυρά νερά 
κι ονόματα πού σβήσαμε στον άδη τα γυρεύουν 
με τις λαμπάδες, τα σπαθιά και τα χρυσά κεριά.

Ντύθηκες τους καθρέφτες σου και τ’ άστρα που σ’ αρέσουν
μαγνήτες γύρω απ’ το λαιμό και κάστρα απατηλά 
και με μιαν άγκυρα ζητάς οι ναύτες να σέ δέσουν
μες στους βυθούς να ξαναβρείς τα σκοτεινά φιλιά.

Ποιά ήταν η πατρίδα μας, ποιό είναι τ’ όνομά μας 
από ποιούς κόσμους ήρθαμε και ποιές ακρογιαλιές.
Όλα τα δάση κάψαμε νά ζεσταθεί η καρδιά μας
τα μαντολίνα πού είχανε τα φίδια για φωλιές.