Η ψυχή μας, κάποτε

Καθόμουν ήσυχος, φαίνεται, με τα φτερά διπλωμένα, όπως οι τρελλοί
            πριν απ’ τον παροξυσμό τους.

Δίπλα μου μια γυναίκα παρίστανε την αθάνατη.

Τό εννοούσα από τους κήπους που σήκωνε στο κεφάλι της
και τα καφενεία ριγμένα στους ώμους.

Ύστερα ήρθε κάποιος ντυμένος τη θάλασσα.

Το πρόσωπό μου χαμένο μέσα σ’ εκείνο που αισθανόταν.

Μού ζήτησε φωτιά. Κάτι ν’ ανάψει. Όχι τσιγάρο, μια μεγάλη φωτιά,
           φαντάστηκα.

Κοιτάζοντας τις φλέβες των χεριών του

και η ψυχή μας κάποτε είναι χορτιαριασμένη, σκέφτηκα.