Υπάλληλος μυροπωλείου

Όταν μου λέτε πως είναι άνεμος
αυτός ο χυλός που κυλάει στους δρόμους σας
γεμάτος σκόνες, θόρυβο κι αισχρόλογα,
και που κολλάει σε κάθε αναπνοή σαν γύψος στα πλεμόνια μου,
να ξέρετε, οι φλέβες μου μπερδεύονται απ’ το θυμό,
φωνή δεν έχω να σας βρίσω,
όταν μου λέτε πως είναι ο ουρανός
η λιγδιασμένη αυτή αναλαμπή πάνω απ’ την πόλη που σφαλάει
τα βλέφαρα των άστρων.

Α, φωνή δεν έχω να σας βρίσω. – Με πονάει, πονάει
τούτη η στοά της πολιτείας το κέντρο που βρωμάει
σαν κουφάλα δοντιού,
με τα σιδερωτήρια στο βάθος,
το θόρυβο των γραφομηχανών
κουρεία και μυροπωλεία…
Άλλο να μείνω μη μου λέτε. Εδώ,
ανάμεσα στα γυάλινα φέρετρα
με τα λιωμένα πτώματα των λουλουδιών
οι μυρωδιές σκοτώνουν μέσα μου
ό,τι μπορώ ακόμα να θυμάμαι
από τα παιδικά λειβάδια…
Τούτη η στοά πονάει σα μια πληγή
κατάστηθα στη νιότη μου. – Να μένω μη μου λέτε
μη μου λογαριάζετε το μεροκάματο μήνα και χρόνο
-υποκριτές!.. – Σεις αύριο θα με διώξετε
γιατί δε μπορώ νάχω πρόσωπο εμαγέ
πρόσωπο πτυελοδοχείο
μάτια γεμάτα ψέμα, δε μπορώ.
Θέλω να με γνωρίζει η μάνα του βράδι
Όταν με κουβαλάει ένα αυτοκίνητο στη συνοικία μου σκοτωμένο,
               τυλιγμένον
μες στο μανδύα του ιδρώτα μου τον καταξεσκισμένο
από τις φωταψίες.