Η Αναπόληση

Στην αγκαλιά σου εφώλιαζε μια γαληνή ευφροσύνη,
ήρεμη τόσο που έμοιαζε δρομάκι μες στη νύχτα.
Ήταν, θυμάμαι, οι σκέψεις σου πρασινωπά
φύλλα μες σε δωμάτιο σκοτεινό,
ήτανε μαύρα σύννεφα σ’ αφέγγαρο ουρανό.
Προσπέρασε η αγάπη και δε σ’ άγγιξε,
σπάνια, διαπεραστική κι απόμακρη,
όμοια πουλί μες στον αγέρα τον πλατύ·
κι ως το πουλί, χνάρι δεν άφησε
απάνω στου προσώπου τον ουρανό.

Μες στην απάθειά σου βρήκα τη γλυκειά σιωπή
ύστερα από γλυκόχοη φωνή.
Το καθετί δικό σου ήταν το φως
που το τεφρό θαμπώνει τέλος της νυχτός·
ο πόθος ήταν ο ήλιος που δεν είχε βγει,
και μέρα που δεν άρχισε ήταν η χαρά, 
με τα δεντρά να ψυθιρίζουνε
το ένα στ’ άλλο ειρηνικά, μες στην απανεμιά.
Μέσα στην κόμη σου η γνώση αποκοιμήθηκε,
κι ο πόνος ο μακρόχρονος ήταν εκεί,
και μες στης φορεσιάς σου το κυμάτισμα
η τρυφερότητα η τυφλή.
Ο λογισμός κ’ η σκέψη σου μου φάνηκαν
κάτι σαν το άπειρο, σα θάλασσα·
γύρω στον κόσμο τον ασήμαντο που γνώρισες
έπεσε η αδιαφορία σου πλατιά.

Ω εσύ λιμάνι ακύμαντο κι ατάραχο!
Σιωπή που μέσα σου όλα τα τραγούδια πέθαναν.
Ω η Βίβλος με τις ξέγνοιαστες καρδιές.
Ω σπίτι απόμακρο στη ρίζα του βουνού!
Ω Μάνα εσύ γαλήνια, στήθια ειρηνικά,
όπου θα μαραινόταν κι ο ίδιος ο «Έρωτας».
Ατέλειωτο εσύ βάθος που ποτέ δε γνώρισα,
πίσω θα ’ρχόμουν, πίσω προς εσέ·
να σ’ εύρω σε μια λίμνη ατάραχη,
να γονατίσω εκεί στο πλάι σου,
να βυθιστώ μες στη σιωπή·
αστόλιστος να γείρω το κεφάλι μου στα χέρια σου,
να μην πω λέξη πια ποτέ.
Κ’ εσύ να στέκεις και να με φρουρείς,
και ν’ αποκοιμηθώ, και ν’ αποκοιμηθώ!

Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου