Ενας Θεός των

Όταν κανένας των περνούσε απ' της Σελευκείας
την αγορά, περί την ώρα που βραδυάζει,
σαν υψηλός και τέλεια ωραίος έφηβος -
με την χαρά της αφθαρσίας μες στα μάτια
με τ' αρωματισμένα μαύρα του μαλλιά-
οι διαβάται τον εκύτταζαν
κι ο ένας τον άλλονα ρωτούσεν αν τον γνώριζε,
κι αν ήταν Ελλην της Συρίας, ή ξένος... 
                                                                         Αλλά μερικοί,
που με περισσοτέρα προσοχή παρατηρούσαν,
εκαταλάμβαναν και παραμέριζαν…
Κ’ ενώ εχάνετο κάτω απ' τες στοές,
μες στες σκιές και μες στα φώτα της βραδιάς,
πηαίνοντας προς την συνοικία που την νύχτα
μονάχα ζη, με όργια και κραιπάλη
και κάθε είδους μέθη και λαγνεία,
ερέμβαζαν ποιός τάχα ήταν εξ Αυτών,
και για ποιάν ύποπτην απόλαυσή του
στης Σελευκείας τους δρόμους εκατέβηκεν
απ’ τα Προσκυνητά, Πάνσεπτα Δώματα…