Τρεχαντήρα

Καταμεσίς ανέμου η τρεχαντήρα,
με τα πανιά της τόξα τεντωμένα,
του διακιού τη στερνήν επήρε γύρα
στα γαλανά βουνά τα γυμνωμένα·
κι ο αιθεροδρόμος βόγγος που επλημμύρα
στα ξάρτια, στα πρυμνήσια, στην αντένα
-δελφίνια παρατρέχαν ολοένα-
την έκρουε μες στο κύμα, ολόρτη λύρα!
Δίκοπη σπάθα ξέσκιζε η καρήνα
κι ο αφρός στη πρύμνα, χώριος σε δυο κρίνα,
των σταλιών ανατίναζε το σείστρο,
σα μ' ένα “λάσκα” ! ο ήλιος μεσουράνει-
στων Σαλώνων εμπήκε το λιμάνι
με τον καταμεσήμερον μαΐστρο!