Λύχνος του Αλαδίνου

Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ
που σου χαράξαν πειρατές Κινέζοι στις λαγόνες.
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω απ’ το λαιμό
μας σπρώχναν προς την θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.

Κόκκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά
και στείλε την «φιγούρα» μας στον πειρατή ρεγάλο
Πες μου, που βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ’ ανοιχτά
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;

Για το άστρο της ανατολής κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί στο Κονακρί, 
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.

Του ναύτη δος του στην στεριά κρεβάτι και να πιει.
-Όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες....- 
Μεσ’ το μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί
κ’ έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.

Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
-Στην αγορά του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.- 
και πήδηξε ο μικρός θεός μια νύχτα, των Ινκάς, 
στου Αιγαίου τα γαλανά νερά, δυο μίλια όξω απ’ την Σκύρο

Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν, 
μα πρύμα πλώρα μόνη εσύ πατάς στοχαστικά, 
κρατώντας στα χεράκια σου τον λύχνο του Αλαδδίνου.