Οι Ποιηταί

                                    I

    Τίνες αυτοί βαίνοντες μακρόθεν εστεμμένοι
Τον χάρτην τόσων γενεών εν τη χειρί κρατούντες;
Πολλάκις πίπτει προ αυτών νεκρά η οικουμένη,
Οι άνθρωποι εκάστοτε υμνούσι προκυνούντες.

    Ο θάνατος διέγραψε και βασιλείς και κράτη·
Ο χρόνος ξέει σήμερον και εκ της ιστορίας
Τόσα ονόματα κλεινά· αλλά διαφυλάττει
Την μνήμην τούτων άθικτον μετά περιπαθείας.

    Η διαυγής καρδία των την φύσιν κατοπτρίζει,
Οικοδομούσα εξ αυτής ορίζοντα αλλοίον·
Ο κόσμος πας ο άφωνος προς τούτους ψιθυρίζει,
Ψελλίζει μόνον προς αυτούς την τύχην του δακρύων.

    Τίνες αυτοί; οι ποιηταί· εντός της ερημίας
Φωνή αγάπης συμπαθής και πλήρης μυστηρίου·
Δημιουργοί και των θεών και της αθανασίας
Με ρόδα περιέπλεξαν την άκανθον του βίου.

    Ώ Μωυσή, συγκίνησις οποία σε κατείχε
Οπόταν εφαντάζεσο τον άνθρωπον τον πρώτον;
Αι τύχ' εκείναι του Αδάμ ήσαν αι σαι αι τύχαι,
και ήσο συ ο αληθής πατήρ των πεπτωκότων.

    Ήτο μικρά, πολύ μικρά η ανθρωπότης πάσα,
Και συ δεν ήσο ως αυτής η φύσις η χυδαία·
Και η ψυχή σου προς καιρόν του κόσμου αποστάσα
Εζήτησε μυστήρια μελαμβαθή, αρχαία.

    Δεν ήσο πλέον άνθρωπος οπόταν εις το πνεύμα
Εκυοφόρεις τον Θεόν εν τη δημιουργία.
Και ήσο μέγας ως Θεός οπόταν μ' έν του νεύμα
Εξήλθεν εκ του μηδενός η φύσις η αγία.

    Ώ Μωυσή, επέσαμεν· μας έρριψες συ μόνος,
Μας κατηράσθης, κ' έκαστος του κόσμου διαβαίνων
Περιπλανάτ' εν τη οδώ τη καλουμένη πόνος,
Και καταράται εαυτόν τον θάνατον προσμένων.

    Και θνήσκων, ως ανάθεμα προσθέτει λίθον ένα
Του τάφου του το μάρμαρον εις το ανάθεμά σου.
Ώ Μωυσή, ιδέ εκεί οστά εσκορπισμένα·
Προσμένουσιν ανάστασιν, λατρεύουν τ' όνομά σου.

    Δεν έχει, όχι, αύριον δεν έχ' η νυξ εκείνη·
Και αν αιωνιότητα μάς υπεσχέθης, οίδας;
Είν' αιωνία δι' ημάς η του θανάτου κλίνη.
Αχ! εκοιμήθησαν αυτοί τουλάχιστον μ' ελπίδας.

    Τί· δι' ημάς παρέθεσας την φύσιν ταύτην πάσαν;
Είρων, ίδε τα άνθη σου, στολίζουσιν έν πτώμα·
Το δένδρον δια φέρετρον δεικνύεται ακμάσαν,
Η γη, ως το παγκόσμιον των εκθνησκόντων στρώμα.

    Κ' ενώ ο άνθρωπος περά ως κύμα επί κύμα,
Η φύσις η υποτελής υπάρχει ακεραία·
Είς λίθος πάλιν εξ αυτής τεθείς επί το μνήμα
Διαιωνίζει παρ' ημίν τον μέγαν βασιλέα.

    Πού η αθανασία σου; ουδ' ίχνος πλέον μένει,
Εκ της πλασάσης τον Θεόν παλάμης σου· κοιμάσαι
Ύπνον βαθύν, βαθύτατον· τον ύπνον σου ευφραίνει
Αν μυριάδες γενεών σε εξυμνούσι πάσαι;

    Τον ύπνον σου πανόμοιον κοιμάται και ο Νέρων.
Της ιστορίας αν βαρύ ακούεται το βήμα,
Αφ' ότου εις τον θάνατον κατεβυθίσθη σπαίρων,
Δεν έχει ο νεκρός ηχώ, κ' είναι κωφόν το μνήμα.


                                II

    Η ιλαρά σου, Όμηρε, και ευλαβής καρδία,
Ποικίλα παραδόσεων συντρίμματα λαβούσα,
Τον Όλυμπον ανέπλασε παρά τη κοινωνία,
Και εκ δευτέρου τους Θεούς δημιουργεί η Μούσα.

    Αλλά τους έπλασες πολύ, παρά πολύ ωραίους,
Και ήτο μόνον της χαράς ο Όλυμπος προστάτης,
Και εφαντάσθης τους θνητούς ευδαίμονας, ακμαίους·
Εις ποίον θα διηγηθή η θλίψις τα δεινά της;

    Γέρων τυφλέ! τον Δία σου ο Προμηθεύς σαλεύει,
Εκεί ανά τον Καύκασον προσπεπασσαλευμένος,
Είναι του πόνου σύμβολον και της χαράς η χλεύη,
Είναι προοίμιον Χριστού, Θεός συντετριμμένος.

    Τοιούτον θέλει, Όμηρε, Θεόν η ανθρωπότης·
Ο γυψ τα σπλάχνα και αυτής σπαράσσει καθ' ημέραν,
Και είναι της καρδίας μας το αίμα η θεότης·
Τυφλέ! εις μάτην έπλασες αυτήν ιλαρωτέραν.

    Η οικουμένη σύμβολον εδέχθη άλλο πλέον,
Εάν εκ δάφνης στέφανον εφόρουν οι Θεοί σου,
Ιδέ, φέρει ακάνθινον ο Ιησούς εκπνέων·
Σήμερον κλαίομεν ημείς, κ' εγέλα η ζωή σου.

    Η ανθρωπότης, Όμηρε, δεν χαίρει, όχι πλέον,
Ουδέ το χείλος μειδιά· και ήδη η καρδία
Πάλλει, αλλά μετά παλμών ατάκτων και βιαίων,
Και έλειψεν από της γης η πρώην ευθυμία.

    Το έδαφος εγήρασε και το φυτόν βλαστάνον
Πριν καν ανθήση ωχριά, γηράσκει πριν ανθήση,
Και ζη ζωήν δυσήλιον και έμπλεον βασάνων,
Και θνήσκει, πριν ο βίος του ακόμη τελευτήση.

    Τί θέλουν ήδη οι τερπνοί Θεοί σου; Εις το γήρας
Είν' η νεότης οχληρά και πλήρης ειρωνείας.
Ήδη βαστάζει τον σταυρόν μ' εξηραμμένας χείρας,
Ναι· τον σταυρόν, το σύμβολον βασάνου και πικρίας.


                                III

    Δημιουργοί του ηθικού της οικουμένης βίου,
Και την ελπίδα σπείροντες εν τη απελπισία,
Εσβέσθησαν· αλλ' ως αστήρ επί της υφηλίου,
Ελπίδος χύνει νάματα η φράσις των γλυκεία.

    Ως άσμα πένθιμον πτηνού θρηνούντος εις τα δάση
Εκθνήσκει πέραν εις σιγήν εξαίφνης βαθυτάτην,
Ο άνθρωπος επί της γης επίσης θα περάση,
Αφείς υπάρξεως φωνήν και πρώτην και υστάτην;

    Ονείρου ποίου πλάσματα οι κόσμοι ούτοι είναι;
Ποίας υπάρξεως σκιά πλανάται εις το χώμα;
Το πρόσωπόν σου, άνθρωπε, προ σαρκοφάγου κλίνε·
Γελά με σε του σκελετού το τετρημένον στόμα.

    Μηδέν!… τί είναι το μηδέν; αρχήν δεν έχει άλλην,
Δεν έχει τέλος, εν αυτώ γεννώνται και περώσι·
Τούτο υπήρχε προ ημών, κ' εις τούτου την αγκάλην
Εσχάτην εκφωνών αράν ο κόσμος θα υπνώση.

    Έρρε, ο άνθρωπος! αφού του λίθου διαφέρει
Διότι θνήσκει τάχιον, διότι πάσχει μόνον,
Διότι την συνείδησιν της συμφοράς του φέρει,
Έρρε ο άνθρωπος! ιδού το άσμα των αιώνων.

    Η ανθρωπότης έκλαιε· τροφοί της οικουμένης,
Οι ποιηταί εκοίμισαν με άσματα τον θρήνον.
Εκάλυψαν το πρόσωπον φρικώδους ειμαρμένης,
Τον μειδιώντα έδειξαν παράδεισον εκείνον.

    Εκεί ιδέ, ανέσπερος ανατολή απλούται,
Και ήλιος πνευματικός τον άνθρωπον φωτίζει,
Και η ψυχή εις άσματα των χερουβείμ ναρκούται,
Λέξεις γριφώδεις έρωτος απείρου ψιθυρίζει.

    Εκεί ο δυστυχής πατήρ τα τέκνα του ευρίσκει,
Το ορφανόν ασπάζεται την πατρικήν του χείρα,
Εκεί ο έρως ο αγνός όστις ποτέ δεν θνήσκει,
Εκεί σιγά ο θάνατος, εκεί σιγά η μοίρα.

    Γλυκύ, γλυκύ βαυκάλημα· αλλ' ήδη το παιδίον
Ηνδρώθη, δεν κοιμίζεται με άσματα, πλανάται
Εις τον λαβύρινθον αυτόν του κόσμου, και δακρύον
Χωρίς ελπίδος έρχεται, χωρίς αυτής κοιμάται.

    Ναι! πλέον δεν θεοποιεί τους πόθους της καρδίας·
Ήδη ανήρ, δεν επαιτεί απράγμονα προστάτην,
Πλανώμενος μετά τινος πικράς υπεροψίας
–Ω! είμαι μόνος– ωρυγήν αφίνει βαθυτάτην.

    Τον τάφον του ο άνθρωπος γεννάται όπως σκάψη,
Ράπτων το σάβανον αυτού τον βίον αναλίσκει·
Η ύπαρξίς του προς στιγμήν επί της γης θ' αστράψη,
Διπλούται εις τον θάνατον και θνήσκει, θνήσκει, θνήσκει.

    Ώ αδελφοί μου, κλαύσατε· δεν επιστρέφει πλέον,
Δεν επιστρέφει η ελπίς της εποχής εκείνης·
Έν φάντασμα διέρχεται την οικουμένην κλαίον–
Η επιστήμη– ο πατήρ ο μέγας της οδύνης.