Δεν Θέλω Δόξαν

    Δεν θέλω δόξαν· προτιμώ η ύπαρξίς μου πάσα
Να αντηχή εις γυναικός ερώσης την καρδίαν,
Και η ζωή μου, ως γλυκύ τι όναρ διαβάσα,
Εις του θανάτου άγνωστος να πέση την σκοτίαν.

                Και η σκιά της κυπαρίσσου
                Την μνήμην μου ας περιπτύσση•
                Αυτή ας λέγη –ενθυμήσου–
                Αν έλθη τις να με θρηνήση.

    Δεν θέλω δόξαν· με αρκεί ο βίος ούτος μόνον·
Διεμελίσθη αρκετά υπό της κοινωνίας·
Προς τί να πέση έρμαιον εν μέσω των αιώνων
Ίν' ανατέμνηται ψυχρώς υπό της ιστορίας;

    Ο άνθρωπος αχάριστος επλάσθη αιωνίως·
Αν ο Σωκράτης αρετή υπήρξε πληρεστάτη,
Αλλ' εν τη δόξη και αυτού πικρός περά ο βίος·
Ο φθόνος έτι σήμερον αυτόν κατασπαράττει.

    Δεν θέλω δόξαν· την σιγήν ερά η ευτυχία,
Και εις τους κόλπους κρύπτεται ο έρως της εσπέρας.
Η αληθής συγκίνησις είναι δειλή, πραεία,
Και η χαρά η ομαλή ποτέ δεν έχει πέρας.

    Η ιστορία, πυραμίς κρατούσα τας μουμίας
Ας εβαλσάμωσε ποτέ καλώς η ειμαρμένη,
Προβαίνει σαγηνεύουσα τας ευγενείς καρδίας,
Αντί δακρύων μαλερών βωμούς υποσχομένη.

    Ως τυμβωρύχος, αποινεί την κόνιν ανορύσσει
Των απ' αιώνος εν τη γη βαθέως κοιμωμένων•
Επαίνους μετά καταρών επί αυτών θα πτύση•
Κ' είναι το βάδισμα αυτής δειλόν, συγκεχυμένον.

    Δεν θέλω δόξαν· εις της γης τας ατραπούς αν βαίνω,
Τον ουρανόν το όμμα μου πιστώς ενατενίζει.
Η δόξα έρπει εις την γην· παρά τω πλάστη μένω,
Οπόταν εις το άπειρον ο νους μου βηματίζη.

    Ας ανυμνή την παγεράν ισχύν η οικουμένη·
Ας στέφωσι την κεφαλήν του ήρωος με στέμμα·
Η νίκη, άνωθεν σωρού πτωμάτων ιπταμένη,
Φρικώδη φέρει στέφανον, βαμμένον εις το αίμα.

    Ιδέ εν μέσω των νεφών την ίριδα· εκείνη
Είναι ελπίδος σύνθημα εντός τοσαύτης λύσσης.
Ας χύνη πέραν κεραυνούς η θύελλα, ας χύνη,
Ο έρως μένει δι' ημάς, ο έρως και η φύσις.

    Των Γαλατών δεν πρόκειται τα στίφη να νικήσης
Ώ Καίσαρ· δύνασαι στιγμήν δια νικών μυρίων
Εκ του μοιραίου της ζωής ορίου να κερδίσης;
– Ουχί! ο Βρούτος απαντά δια πληγών καιρίων.

    Δεν θέλω δόξαν· προτιμώ η ύπαρξίς μου πάσα
Να αντηχή εις γυναικός ερώσης την καρδίαν,
Και η ζωή μου, ως τερπνόν τι όναρ διαβάσα,
Εις του θανάτου άγνωστος να πέση την σκοτίαν.

                Και η σκιά της κυπαρίσσου
                Την μνήμην μου ας περιπτύσση,
                Αυτή ας λέγη –ενθυμήσου–
                Αν έλθη τις να με θρηνήση.