Ρίτσαρντ Ατένμπορο
1923 – 2014

Άγγλος σκηνοθέτης, παραγωγός και ηθοποιός· από τις κορυφαίες προσωπικότητες του βρετανικού κινηματογράφου. Μεγάλη του επιτυχία το βιογραφικό έπος «Γκάντι», που σκηνοθέτησε το 1982 και απέσπασε οκτώ βραβεία Όσκαρ.

Ο Ρίτσαρντ Σάμιουελ Ατένμπορο (Richard Samuel Attenboro) γεννήθηκε στο Κέμπριτζ της Αγγλίας στις 29 Αυγούστου 1923. Ο πατέρας του, Φρέντερικ, ήταν καθηγητής πανεπιστημίου και η μητέρα του, Μέρι Κλεγκ, διακρινόταν για το φιλανθρωπικό της έργο. Συμμετείχε, μεταξύ άλλων, στις κινητοποιήσεις εναντίον του Ισπανού δικτάτορα Φράνκο και προσέφερε φροντίδες στους πρόσφυγες του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου.

Ο Ρίτσαρντ, το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας, ήθελε από μικρός να γίνει ηθοποιός και το 1941, μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, γράφτηκε στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (RADA). Εκείνη τη χρονιά έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου και το 1942 έπαιξε στην πρώτη του ταινία, κρατώντας ένα μικρό ρόλο στο πατριωτικό δράμα των Νόελ Κάουαρντ και Ντέιβιντ Λιν «In Which We Serve» («Ναυάγιο στα νερά της Κρήτης» ο ελληνικός τίτλος). Μεσούντος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατατάχθηκε στη βρετανική Πολεμική Αεροπορία (RAF) και με τον βαθμό του σμηνία συμμετείχε σε αναγνωριστικές αποστολές φωτογράφισης πάνω από τη Γερμανία.

Μετά τον πόλεμο, ο βραχύσωμος και στρογγυλοπρόσωπος Ατένμπορο επανήλθε στη μεγάλη οθόνη και διακρίθηκε σε ρόλους απροσάρμοστου και αδικημένου στις ταινίες «Brighton Rock» («Τρομαγμένος Παράνομος» ο ελληνικός τίτλος, 1947), «Seance on a Wet Afternoon» (1964) και «10 Rillington Place» (1971). Το 1963 πρωταγωνίστησε στη μεγάλη επιτυχία του Τζον Στάρτζες «The Great Escape» («Η Μεγάλη Απόδραση») και τη δεκαετία του ‘90 έπαιξε χαρακτηριστικούς ρόλους στις ταινίες «Jurassic Park» (1993) και «Miracle on 34th Street» («Θαύμα στο Μανχάταν», 1994).

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής και άρχιζε να κτίζει όνομα ως κινηματογραφικός παραγωγός. Το 1969 πέρασε για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα και σκηνοθέτησε την κινηματογραφική εκδοχή του μιούζικαλ «Oh! What a Lovely War» («Αυτός ο Υπέροχος Πόλεμος», ο ελληνικός τίτλος), που αναφέρεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η μεγάλη επιτυχία για τον Ατένμπορο ήλθε με την πέμπτη σκηνοθετική του απόπειρα, τη βιογραφική ταινία «Γκάντι» με θέμα τη ζωή του Μαχάτμα Γκάντι, ένα έργο, που σχεδίαζε και ονειρευόταν επί χρόνια. Η ταινία κέρδισε οκτώ Όσκαρ, περιλαμβανομένου αυτού της Καλύτερης Σκηνοθεσίας, αριθμός ρεκόρ για βρετανικό φιλμ. Ένα μέρος από τα κέρδη του «Γκάντι» τα εκχώρησε σε φιλανθρωπικές οργανώσεις.

Την επιτυχία του «Γκάντι» ακολούθησαν τρεις σημαντικές ταινίες του Ατένμπορο: το μιούζικαλ «A Chorus Line» (1985), το βιογραφικό δράμα «Cry Freedom» («Κραυγή Ελευθερίας» στα ελληνικά, 1987) και το βιογραφικό «Chaplin» (1992). Κύκνειο σκηνοθετικό άσμα του το ρομαντικό δράμα «Closing the Ring» («Ο Κύκλος Έκλεισε»), που προβλήθηκε το 2007.

Τον επόμενο χρόνο υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και καθηλώθηκε σε αναπηρικό αμαξίδιο. Τα τελευταία χρόνια ζούσε σ’ έναν οίκο ευγηρίας για καλλιτέχνες μαζί με τη σύζυγό του, την ηθοποιό Σίλα Σιμ, την οποία είχε παντρευτεί σε ηλικία 21 ετών και με την οποία απέκτησε τρία παιδιά.

Για την προσφορά του στην έβδομη τέχνη, χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ το 1976 και βαρόνος τον Ιούνιο του 1993.

Ο Ρίτσαρντ Ατένμπορο πέθανε στο Λονδίνο στις 24 Αυγούστου 2014, σε ηλικία 90 ετών.