Δημήτριος Μπαϊρακτάρης
1833 – 1900

Στρατιωτικός από την Αιτωλοακαρνανία, που σφράγισε με την παρουσία του μια ολόκληρη εποχή. Η φήμη του ως εξολοθρευτή των κουτσαβάκηδων στα τέλη του 19ου αιώνα φθάνει μέχρι τις μέρες μας.

Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1833 και ήταν γόνος σουλιώτικης οικογένειας. Το 1848 κατατάχθηκε στο στρατό και έφθασε μέχρι το βαθμό του Συνταγματάρχη. Διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και το επιτελικό του πνεύμα στην Κρητική Επανάσταση του 1866 και τον άτυχο Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897.

Διαβλέποντας τις ικανότητές του, ο Χαρίλαος Τρικούπης τον διορίζει το 1893 αστυνομικό διευθυντή Αθηνών και αυτός κάνει σκοπό της ζωής του να ξεριζώσει από την Αθήνα το φαινόμενο των κουτσαβάκηδων (εκ του κουτσά βαίνω, επειδή βάδιζαν κουνιστά, όπως ένας χωλός άνδρας).

Οι κουτσαβάκηδες με τη χαρακτηριστική τους ενδυμασία ήταν χαρακτηριστικοί τύποι ψευτοπαλληκαράδων της εποχής: Κλεφτρόνια, χασικλήδες, νταβατζήδες, μπράβοι σε χαρτοπαικτικές λέσχες, αλλά και στην υπηρεσία των κομματαρχών της εποχής.

Ο Μπαϊρακτάρης, επικεφαλής ομάδας ευζώνων, εισέβαλε στα καφενεία και τις ταβέρνες της Αθήνας, τους συνελάμβανε και τους διαπόμπευε δημοσίως στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Τους ξύριζε τα μουστάκια, τους ψαλίδιζε τις αφέλειες της κόμμωσής τους, τους ψαλίδιζε το αφόρετο μανίκι από το σακάκι τους, και τους έκοβε το ζωνάρι, που έπεφτε στο χώμα και ήταν αιτία παρεξήγησης, όταν κάποιος τους το πατούσε. Και στη συνέχεια τους οδηγούσε σιδηροδέσμιους στη φυλακή.

Το 1896, κατά τη διάρκεια των πρώτων σύγχρονων ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας, ο Μπαϊρακτάρης μηχανεύτηκε μια έξυπνη τακτική για να αντιμετωπίσει τους εισαγόμενους λωποδύτες, που αποτελούσαν το μεγάλο πονοκέφαλο των αρχών τότε. Έριξε στο φιλότιμο τους κουτσαβάκηδες και τους έβαλε να φυλάνε τους ξένους κλέφτες. Το κόλπο έπιασε και κατά τη διάρκεια των αγώνων δεν σημειώθηκε ούτε μία κλοπή!

Ο Δημήτρης Μπαϊρακτάρης πέθανε δόξη και τιμή το 1900, λίγους μήνες μετά την αποστρατεία του.