Τζέιμς Τόμπιν
1918 – 2002

Αμερικανός νεοκεϊνσιανιστής οικονομολόγος, βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομίας το 1981. Στους ακαδημαϊκούς κύκλους αναγνωρίστηκε για το οικονομετρικό μοντέλο, γνωστό ως Tobit Model, ενώ ευρύτερα έγινε γνωστός το 1972, με την πρότασή του να φορολογηθούν τα διεθνή κερδοσκοπικά κεφάλαια, ώστε να γίνουν λιγότερο ασταθείς οι παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου (Tobin Tax).

Ο Τζέιμς Τόμπιν (James Tobin) γεννήθηκε στις 5 Μαρτίου 1918 στην πόλη Σαμπέιν της πολιτείας του Ιλινόις. Ο πατέρας του ήταν δημοσιογράφος και η μητέρα του κοινωνική λειτουργός. Μεγάλωσε κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης μετά το Κραχ του 1929 και αυτός ήταν ένας λόγος για να ασχοληθεί με τα οικονομικά. «Ήταν εύκολο να ασχοληθείς με τα οικονομικά, επειδή ήταν ξεκάθαρο ότι τα πράγματα πήγαιναν λάθος», δήλωσε σε μία συνέντευξή του. Το 1935 έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, όπου σπούδασε οικονομικά, με καθηγητές σπουδαία ονόματα της οικονομικής επιστήμης, όπως τους Γιόζεφ Σουμπέτερ, Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ και Βασίλι Λεόντιεφ.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του διάβασε το μείζον έργο του Κέινς «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος», το οποίο άσκησε τεράστια επίδραση πάνω του. Αποφοίτησε αριστούχος το 1939 και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Χάρβαρντ, με συμμαθητή τον Πολ Σαμούελσον. Τις διέκοψε το 1941 για να υπηρετήσει τη θητεία του στο ναυτικό κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά το τέλος του πολέμου επανήλθε στο Χάρβαρντ για να συνεχίσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές και το 1947 αναγορεύτηκε διδάκτωρ οικονομικών με τη διατριβή του για τη λειτουργία της κατανάλωσης υπό την καθοδήγηση του Γιόζεφ Σουμπέτερ. Το 1946 παντρεύτηκε την Ελίζαμπεθ Ρίνγκο (μαθήτρια του φίλου του Πολ Σαμούελσον), η οποία του χάρισε τέσσερα παιδιά.

Το 1950 άρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ, στο οποίο παρέμεινε έως το τέλος της ακαδημαϊκής του καριέρας, εξαντλώντας τη διδακτική ιεραρχία. Τη διετία 1961-1962 υπηρέτησε ως οικονομικός σύμβουλος του αμερικανού προέδρου Κένεντι, συμβάλλοντας καθοριστικά στις κεϊνσιανές πολιτικές της κυβέρνησης του, ενώ τα επόμενα χρόνια συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας των Η.Π.Α. (FED). Θεωρείται εμπνευστής των φορολογικών ελαφρύνσεων, που τροφοδότησαν τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ‘60.

Ο Τζέιμς Τόμπιν πήρε τον πρωτόγονο, μηχανιστικό κεϊνσιανισμό που επικρατούσε τη δεκαετία του ‘40 και τον μετέτρεψε σε μια πολύ πιο επεξεργασμένη θεωρία, εστιάζοντας στις επιλογές που κάνουν οι επενδυτές όταν σταθμίζουν κινδύνους, αποδόσεις και ρευστότητα. Είχε επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στον τρόπο με τον οποίο οι οικονομικές πολιτικές επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων και πίστευε ότι η κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, ώστε να ωφελήσει την κοινωνία. Ο κεϊνσιανισμός του Τόμπιν τον έκανε τη δεκαετία του ‘60 τον γνωστότερο θεωρητικό αντίπαλο του νεοφιλελεύθερου οικονομολόγου Μίλτον Φρίντμαν, που υποστήριζε την ανταγωνιστική θεωρία, γνωστή ως μονεταρισμό.

Το 1972 σε διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, αμέσως μετά την κατάρρευση του συστήματος συναλλαγματικών ισορροπιών του Μπρέτον Γουντς (1971), πρότεινε ένα φόρο για τις διακρατικές κινήσεις κεφαλαίων (Tobin Tax), με στόχο να περιορίσει τη διεθνή κερδοσκοπία. Ήταν μια παραλλαγή μιας παλιότερης ιδέας του Κέινς να επιβληθεί φόρος στις συναλλαγές της Γουόλ Στριτ, ώστε να ανακόπτεται η όρεξη των κερδοσκόπων του Χρηματιστήριου. Ο Τόμπιν χαρακτήρισε τον φόρο αυτό «ως ένα είδος άμμου στα γρανάζια της διεθνούς κερδοσκοπίας».

Ο «Φόρος Τόμπιν» θα μπορούσε να οριστεί σε ποσοστό από 0,1- 0,5% επί των τρισεκατομμυρίων δολαρίων, που κάθε μέρα κυκλοφορούν στις οθόνες των ντίλερς του κόσμου. Από αυτά μόνον το 2% - 3% έχει να κάνει με τις διακρατικές εμπορικές ροές, ενώ τα υπόλοιπα είναι καθαρά βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές χρηματικές συναλλαγές χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα.

Ένας τέτοιος φόρος θα αποτελούσε αντικίνητρο για τη βραχυπρόθεσμη, καθαρά κερδοσκοπική μετακίνηση των κεφαλαίων από μέρα σε μέρα και από χώρα σε χώρα. Επιπλέον, πέρα από τη σταθεροποιητική του αξία στις διεθνείς αγορές, με τα χρήματα που θα συγκεντρωθούν από το φόρο, θα είναι δυνατό να χρηματοδοτηθούν διάφορα αναπτυξιακά και κοινωνικά έργα ανά τον κόσμο.

Ο φόρος Τόμπιν για να αποδώσει χρειάζεται να εφαρμοστεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Από καιρό σε καιρό έρχεται στο προσκήνιο (ιδιαίτερα μετά τη χρηματικοοικονομική κρίση του 2008), αλλά δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι τώρα. Η αντίδραση είναι ισχυρή και προέρχεται από το χρηματοπιστωτικό κύκλωμα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη Μεγάλη Βρετανία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δηλώσει κι αυτή σφόδρα αντίθετη στο φόρο Τόμπιν, με το επιχείρημα ότι είναι ασύμβατος με την Ευρωπαϊκή Συνθήκη.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 όποιος ήθελε να βρει επιχειρήματα κατά των οικονομικών θεωριών που εφάρμοζαν ο Ρίγκαν και η Θάτσερ, έπρεπε να ανατρέξει στην «παρέα» του Τόμπιν. «Ήταν ένας από τους οικονομολόγους που έφεραν την κεϊνσιανή επανάσταση στις ΗΠΑ, ένας από αυτούς τους θεωρητικούς οικονομολόγους, η επιρροή των οποίων είναι τόσο μεγάλη, ώστε πολλοί άνθρωποι που δεν έχουν ακούσει ποτέ κάτι γι’ αυτόν, να γνωρίζουν τις βασικές του αρχές» έγραψε στους Τάιμς της Νέας Υόρκης ο γνωστός νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν.

Το 1981 ο Τόμπιν τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομίας για τη δημιουργική και εκτεταμένη εργασία του πάνω στην «ανάλυση των χρηματοοικονομικών αγορών και τις σχέσεις τους με τις αποφάσεις για τις δαπάνες, την απασχόληση, την παραγωγή και τις τιμές». Το 1988 συνταξιοδοτήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Γέιλ και ως ομότιμος καθηγητής συνέχισε να γράφει και να δίνει διαλέξεις.

Ο Τζέιμς Τόμπιν πέθανε στις 11 Μαρτίου 2002 στο Νιου Χέιβεν του Κονέκτικατ.