Ανρί Νεστλέ
1814 – 1890

Γερμανοελβετός επιχειρηματίας, από τους πρωτοπόρους στην παιδική διατροφή. Γεννήθηκε ως Χάινριχ Νέστλε στις 10 Αυγούστου 1814 στη Φραγκφούρτη και ήταν το ενδέκατο από τα δεκατέσσερα παιδιά ενός τεχνίτη υαλοπινάκων της περιοχής.

Ο πατέρας του τον προόριζε για την οικογενειακή επιχείρηση, αλλά ο νεαρός Χάινριχ επιζητούσε κάτι το διαφορετικό και στα 20 χρόνια του μετακόμισε στο Βεβέ της Ελβετίας. Δούλεψε ως βοηθός στο φαρμακείου του Γιόχαν Στάιν για πέντε χρόνια και το 1839 πήρε την άδεια του φαρμακοποιού. Την περίοδο αυτή γαλλοποίησε το όνομά του σε Ανρί Νεστλέ (Henry Nestle) για να ενταχθεί στο γαλλόφωνο περιβάλλον του Βεβέ.

Το 1843 διεύρυνε τους ορίζοντές του και άρχισε να ασχολείται με το εμπόριο τροφίμων και ποτών, αλλά και με την παραγωγή ανθρακούχου νερού και αναψυκτικών. Στις 23 Μαΐου 1860 παντρεύτηκε την Άννα Εμάν, κόρη γιατρού. Ήταν ένας γάμος, που του άλλαξε τη ζωή και τα επιχειρηματικά ενδιαφέροντα.

Ο Νεστλέ στράφηκε τότε στην παραγωγή παιδικών τροφών, σε μια περίοδο που η παιδική θνησιμότητα θέριζε ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης. Άλλωστε και η πολυμελής οικογένειά του είχε πληρώσει βαρύ τίμημα, καθώς έξι από τα αδέλφια του είχαν πεθάνει σε νηπιακή ηλικία.

Ανέσυρε από το παρελθόν τις φαρμακευτικές του γνώσεις και δημιούργησε μια τροφή για νεογνά, τα οποία για διαφόρους λόγους δεν μπορούσαν να θηλάσουν το μητρικό γάλα. Με βασικά συστατικά το αγελαδινό γάλα και τα δημητριακά, το νέο προϊόν ονομάστηκε «Φαρίν Λακτέ» (Farine Lactee) και γρήγορα κέρδισε την εμπιστοσύνη των μητέρων. Η νεοσύστατη εταιρεία του «Νεστλέ» (Nestle) άρχισε να το εξάγει σε όλο τον κόσμο.

Το 1874 ο Νεστλέ πούλησε το δημιούργημά του για 1.000.000 ελβετικά φράγκα και αποσύρθηκε με τη σύζυγό του στην έπαυλή του στο Βεβέ («Βίλα Νεστλέ») για να ασχοληθεί με αγαθοεργίες και κοινωφελείς δραστηριότητες. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 7 Ιουλίου 1890.

Η «Νεστλέ», που εξακολουθεί να εδρεύει στο Βεβέ της Ελβετίας, είναι σήμερα η μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής τροφίμων και αφεψημάτων στον κόσμο, με παρουσία στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα.