Γιάννης Κουνέλλης
1936 – 2017

Διεθνούς φήμης έλληνας εικαστικός καλλιτέχνης. Θεωρείται από τους κορυφαίους εκφραστές της «arte povera» (φτωχή τέχνη), ενός είδους ελάχιστης τέχνης (μινιμαλισμός), που παράγεται από ασήμαντα και καθημερινής χρήσης υλικά, όπως άμμο, ξύλα, πέτρες και εφημερίδες.

Ο Γιάννης Κουνέλλης γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου 1936 στον Πειραιά. Το 1956 εγκαταστάθηκε στη Ρώμη για να σπουδάσει στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών και από τότε ζούσε κι εργαζόταν στην Ιταλία, με μικρά διαστήματα παραμονής στην Ελλάδα και ιδίως στην Καστέλα.

Το 1960 πρωτοεμφανίστηκε στην γκαλερί «La Tartaruga» της Ρώμης, με έκθεση που είχε τίτλο «Το αλφάβητο τού Κουνέλλη». Έκτοτε παρουσίασε πάμπολλες ατομικές εκθέσεις σ’ όλο τον κόσμο (Μιλάνο, Τορίνο, Αθήνα, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Μόναχο, Μόντρεαλ, Βοστώνη, Λονδίνο, Βενετία, Σεούλ κ.α.).

Aπό το 1976 το έργο του παρουσιάστηκε αρκετές φορές σε ατομικές εκθέσεις στην γκαλερί Bernier/Eliades της Αθήνας. Το 1994 έστησε μία σημαντική αναδρομική εγκατάσταση της δουλειάς των τριάντα τελευταίων ετών στο φορτηγό πλοίο «Ιόνιον» στο λιμάνι του Πειραιά, οργανωμένη από το Ίδρυμα Κωστόπουλου. Μετείχε, επίσης, στην ομαδική έκθεση «Outlook» του 2003 στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων. Το 2004 έργα του εκτέθηκαν στο Μέγαρο Μουσικής σε συνεργασία με το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το 2012 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.

Ο Γιάννης Κουνέλλης πέθανε στις 16 Φεβρουαρίου 2017 στη Ρώμη, σε ηλικία 80 ετών.

Κρίσεις για το έργο του

Ο Κουνέλλης αναδείχθηκε σε κορυφαία μορφή τής ευρωπαϊκής τέχνης κατά το δεύτερο ήμισυ του αιώνα μας. Βασικός εκφραστής της Arte Povera (φτωχή τέχνη) και της Conceptual Art (εννοιολογική τέχνη) προσπαθεί να αποδεσμεύσει το καλλιτεχνικό αντικείμενο από την εμπορευματική του διάσταση και να ενεργοποιήσει τον θεατή όχι τόσο ως προς το έργο αυτό καθεαυτό όσο ως προς τη διαδικασία παραγωγής του. Οι δημιουργίες του συνίστανται κυρίως σε συσσωρεύσεις ετερόκλητων, «φτωχών» υλικών, όπως μαλλί, λαμαρίνες, καμένα ξύλα, πέτρες και σπασμένα αγάλματα που αντηχούν φωνές τού παρελθόντος και που επιχειρούν με έναν τρόπο επικό να δώσουν τη σύγχρονη εκδοχή τού αρχαίου μύθου απορρίπτοντας όμως κάθε απόπειρα εικονογράφησης τής καθημερινής ζωής. Τα πρώτα του έργα ήταν αριθμοί και γράμματα σε μονοχρωμικές επιφάνειες που απηχούν ποπ-αρτ αντιλήψεις (Ράουσεμπεργκ, Τζόουνς) και που επιδίωκαν ένα είδος εικαστικής σημειολογίας. Στη συνέχεια (από το 1967) χρησιμοποίησε αρχέγονες μορφές ύλης (φωτιά, καπνό, νερό) σε συνδυασμό με ζωντανά όντα (καναρίνια, παπαγάλους) για να χτίσει ένα εξωπραγματικό, «ηρωικό»κλίμα. Ουσιαστικά, ο Κουνέλλης επανεφευρίσκει ύλες που θεωρούνταν «αντικαλλιτεχνικές» και τις φορτίζει με ένα καινούργιο ιδεολογικό περιε­χόμενο. Θεατρικός χώρος μαγείας ή υποβολής είναι το αποτέλεσμα των προσπαθειών του οι οποίες ανιχνεύουν την απωλεσθείσα αθωότητα του Δυτικού Κόσμου. Το 1969, για παράδειγμα, εξέθεσε στην γκαλερί Espone δώδεκα άλογα,θέλοντας να μελετήσει τη λειτουργία τού τυχαίου μέσα στο εικαστικό happening. Απορρίπτοντας την παραδοσιακή ζωγραφική, ο Κουνέλλης μαζί με τον Pistoletto, τον Ceroli, τον Merz, τον Fabro και άλλους, επεδίωξε κατά την έκφραση τού κριτικού Germano Celant «ν’ αντιμετωπί­σει την τέχνη ως τη μοναδική όψη της πραγματικότητας» και ν’ αποκατα­στήσει τη λειτουργικότητά της στο κοινωνικό σύνολο.

Μάνος Στεφανίδης, τεχνοκριτικός