Ρενέ Λαενέκ
1781 – 1826

Γάλλος γιατρός, που επινόησε το στηθοσκόπιο. Υπήρξε ιδρυτής της ανατομοκλινικής ιατρικής, που συγκρίνει τα συμπτώματα των νόσων με τις αλλοιώσεις που αυτές προκαλούν.

Ο Ρενέ Τεοφίλ Ιασέντ Λαενέκ (René-Théophile-Hyacinthe Laennec) γεννήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1781 στην πόλη Κενπέρ της Βρετάνης. Έμεινε νωρίς ορφανός από μητέρα και σε ηλικία 12 ετών ο πατέρας του τον έστειλε στο θείο του Γκιγιέμ-Φρανσουά Λαενέκ, που ήταν πανεπιστημιακός γιατρός στη Νάντη. Το νεαρό παιδί, που διακρινόταν για τη ευφυΐα του, ξεκίνησε από πολύ νωρίς σπουδές ιατρικής δίπλα στον θείο του, τις οποίες διέκοψε με προτροπή του πατέρας του, που ήταν δικηγόρος. Στη συνέχεια άρχισε να μελετά ελληνικά και να γράφει ποίηση. Όμως, η ιατρική παρέμενε η μεγάλη του αγάπη και σε ηλικία 18 ετών ξεκίνησε νέο κύκλο σπουδών στο Παρίσι με διάσημους γιατρούς της εποχής, όπως ο Γκιγιόμ Ντιπιτρέν και ο Ζαν-Νικολά Κορβιζάρ.

Το 1806 διορίστηκε στο νοσοκομείο παίδων «Νεκέρ» των Παρισίων και άρχισε να διδάσκει παθολογοανατομία σε ειδικευόμενους γιατρούς. Το 1815 ανακοίνωσε στους μαθητές του τα πρώτα αποτελέσματα από την εφαρμογή της ακουστικής στη διάγνωση των θωρακικών νόσων. Για το σκοπό αυτό επινόησε το στηθοσκόπιο τον επόμενο χρόνο.

Το 1819 δημοσίευσε το έργου του «Traité de l' auscultation médiate» («Πραγματεία περί εμμέσου ακροάσεως»), που επαύξησε τις γνώσεις για τις πνευμονικές παθήσεις. Ο Λαενέκ συνεισέφερε, επίσης, στην κατανόηση ασθενειών, όπως η περιτονίτιδα, η κίρρωση του ήπατος και το μελάνωμα, ενώ η γνώση των ελληνικών τον βοήθησε να πλάσει τους ιατρικούς όρους «κίρρωση» και «μελάνωμα», οι οποίοι έκτοτε επιβλήθηκαν διεθνώς. Το 1822 έγινε λέκτορας στο Κολέγιο της Γαλλίας (College de France) και τον επόμενο χρόνο προήχθη σε καθηγητή.

Ο Ρενέ Λαενέκ πέθανε από φυματίωση στην πόλη Πλοαρέ της Γαλλίας στις 13 Αυγούστου 1826, σε ηλικία 45 ετών.