Νικί ντε Σαν Φαλ
1930 – 2002

Γαλλίδα γλύπτρια και ζωγράφος της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα. Ανήκει χονδρικά στο κλίμα του Νεορεαλισμού.

Η Νικί ντε Σαν Φαλ (Niki de saint Phalle) γεννήθηκε στο Παρίσι στις 29 Οκτωβρίου 1930. Το πλήρες όνομά της είναι Κατρίν Μαρί Ανιές φαλ ντε σεντ Φαλ (Catherine-Marie-Agnès Fal de Saint Phalle) και καταγόταν από οικογένεια παλαιών ευγενών. Σε ηλικία τριών ετών μετακόμισε με την οικογένειά της στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν ο τραπεζίτης πατέρας της χρεοκόπησε στο κραχ του 1929.

Οι πρώτες εικόνες που είχε το μικρό κορίτσι σχετικά με την τέχνη προήλθαν από περιοδικά κόμικς, αλλά και επισκέψεις στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα έγιναν στα τέλη της δεκαετίας του ‘40, όταν άρχισε καριέρα μοντέλου σε περιοδικά (Vogue, Elle, Life).

Στα 18 της εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία και παντρεύεται τον συγγραφέα Χάρι Μάθιους, με τον οποίο θα αποκτήσει δύο παιδιά και θα χωρίσει στα τέλη της δεκαετίας του ‘60. Το 1952 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου σπουδάζει θεατρολογία, υποκριτική και εμπλέκεται με τη σκηνοθεσία. Τον επόμενο χρόνο μια νευρική κρίση, εξ αιτίας ενός παιδικού τραύματος (βιασμός από τον πατέρα της), την οδηγεί στο νοσοκομείο. Εκεί συνειδητοποιεί πόσο σημαντικό είναι το ενδιαφέρον της για τη ζωγραφική, που είχε ξεκινήσει δειλά πριν από λίγα χρόνια.

Το 1956 οργανώνει την πρώτη της έκθεση στην Ελβετία. Από το 1960 η σχέση της με τον Ελβετό ζωγράφο και γλύπτη Ζαν Τενγκελί (τον οποίον παντρεύτηκε το 1971) την ενθάρρυνε να προχωρήσει σε νέους δρόμους και την έφερε σε επαφή με σημαντικούς καλλιτέχνες της πρωτοπορίας, όπως ο Τζάκσον Πόλοκ, ο Ντε Κούνινγκ, ο Γιάσπερ Τζόουνς και ο Κονσταντίν Μπρανκούζι.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 προκαλεί το ενδιαφέρον της διεθνούς εικαστικής κοινότητας με τα έργα, που δημιουργεί με την τεχνική της «σκοποβολής». Πρόκεται για πλαστικές ανθρώπινες μορφές, γεμάτες με χρώματα καλυμμένες με γύψο. Ο καλλιτέχνης πυροβολεί το ανθρώπινο ομοίωμα, τα χρώματα ξεχύνονται και δημιουργούν την τελική εικαστική σύνθεση. Το έργο της, αν και στην αρχή εντάσσεται στην πρωτοποριακή προβληματική του Νεορεαλισμού (καλλιτεχνικό ρεύμα που εμφανίσθηκε τη δεκαετία του ‘60, το οποίο απορρίπτει την κυρίαρχη εκείνη την εποχή αφαίρεση και στρέφεται προς τα κάθε είδους υλικά και αντικείμενα της καθημερινής ζωής στις μεγαλουπόλεις), στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 αυτονομείται με τις περίφημες φιγούρες «Les Nanas», που καθορίζονται από μία φεμινιστική χροιά.

Ειδικεύεται στη γλυπτική δημοσίων χώρων, επηρεασμένη από το έργο του Ισπανού αρχιτέκτονα Αντόνιο Γκαουντί. Το 1974 σμιλεύει μεγάλης κλίμακας γλυπτά, εμπνευσμένα από τη Μητέρα Γη για την πόλη του Ανοβέρου και αργότερα δημιουργεί ένα πάρκο γλυπτικής στην Τοσκάνη, όπου τοποθετεί γιγαντιαία γλυπτά με τις φιγούρες των Ταρό. Στη δεκαετία του ‘80 διαμορφώνει με έργα της την πλατεία στο Κέντρο Πομπιντού στο Παρίσι.

Το 1988 συμμετείχε στην Μπιενάλε της Βενετίας, ενώ το 1993 πραγματοποίησε μία μεγάλη ατομική έκθεση στο Παρίσι. Τον Νοέμβριο του 2000 έγινε επίτιμη δημότισσα Ανοβέρου για τη δωρεά με 300 έργα της στο Μουσείο Σπρένγκελ. Ένα χρόνο αργότερα χάρισε 170 έργα της στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νίκαιας (Νις).

Η Νικί Ντε Σεν Φαλ πέθανε στις 21 Μαΐου 2002 στην πόλη Λα Τζόλα της Καλιφόρνιας, σε ηλικία 71 ετών. Έπασχε από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, ασθένεια η οποία τελικά την κατέβαλε.