Ο θεσμός της Γερουσίας στη νεώτερη Ελλάδα

Η Γερουσία είναι ένα νομοθετικό σώμα που υφίσταται σε πολλές σύγχρονες Δημοκρατίες, κοινοβουλευτικές (Ιταλία) και προεδρικές (ΗΠΑ, Γαλλία). Λέγεται και Άνω Βουλή, σε αντιδιαστολή με την Κάτω Βουλή, που είναι το βασικό και κυρίαρχο νομοθετικό σώμα. Αποτελεί θεσμικό αντίβαρο, τόσο για την Κάτω Βουλή, όσο και για τον επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας. Στην Ελλάδα θεσμοθετήθηκε δύο φορές, αλλά δεν ευτύχησε στη λειτουργία της, παρότι έλκει την καταγωγή και την ονομασία της από την Αρχαία Ελλάδα. Εγκαταλείφθηκε οριστικά το 1935.

Το Σύνταγμα του 1844, που παραχώρησε ο Όθωνας μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και έθεσε τις βάσεις του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, προέβλεπε την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας από τον Βασιλέα, τη Βουλή και τη Γερουσία. Οι γερουσιαστές, 27 τον αριθμό, ήσαν ισόβιοι και διορίζονταν από τον βασιλιά, αλλά σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούσαν να φθάσουν «μέχρι και του ημίσεως του όλου αριθμού των βουλευτών», όπως προνοούσε το Σύνταγμα.

Ο διορισμός γερουσιαστή προϋπέθετε την ιδιότητα του έλληνα πολίτη, πλήρη πολιτικά και αστικά δικαιώματα και ηλικία τουλάχιστον 40 ετών. Οι γερουσιαστές είχαν το δικαίωμα να προτείνουν νόμους, αλλά για να καταστεί νόμος του κράτους η πρότασή τους έπρεπε να ψηφιστεί και από τα δύο σώματα και να κυρωθεί από τον βασιλιά. Η καθιέρωση της ισοδυναμίας των δύο σωμάτων και ανεξέλεγκτος διορισμός των γερουσιαστών από τον βασιλιά, καθιστούσαν τον ανώτατο άρχοντα απόλυτο κυρίαρχο του παιγνιδιού, με σαφή υποβάθμιση της Βουλής.

Κατά την πρώτη συγκρότηση της Γερουσίας το 1844 διορίσθηκαν 36 γερουσιαστές, ανάμεσά τους και επιφανείς αγωνιστές του '21, όπως οι Πέτρος Μαυρομιχάλης, Ιωάννης Κολοκοτρώνης, Κωνσταντίνος Μπότσαρης, Λάζαρος και Γεώργιος Κουντουριώτης, Πανούτσος Νοταράς και Σπυρίδων Τρικούπης. Πρώτος πρόεδρος της Γερουσίας διετέλεσε ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Η Γερουσία καταργήθηκε με το Σύνταγμα του 1864, προϊόν της Επανάστασης της 10ης Οκτωβρίου 1862, που προκάλεσε την έξωση του Όθωνα και την άνοδο στο θρόνο του Γεωργίου Α'.

Μετά τη μεταπολίτευση του 1924 (κατάργηση της Βασιλείας και ανακήρυξη της Αβασίλευτης Δημοκρατίας) κατατέθηκε ψήφισμα στη Βουλή για την επανίδρυση της Γερουσίας, ως ενός νομοθετικού σώματος που θα αποτελεί φραγμό στην παντοδυναμία των πρωθυπουργών (21 Μαΐου 1924). Η Γερουσία αναβίωσε με το Σύνταγμα του 1927 και επανασυστήθηκε με τον νόμο 3786/1929, με σκοπό την περιστολή της παντοδυναμίας της Βουλής και την αρτιότερη επεξεργασία των νόμων, λόγω της σύνθεσής της.

Στις αρμοδιότητες της Γερουσίας υπάγονταν η άρση των διαφωνιών Προέδρου της Δημοκρατίας και Βουλής, η σύμπραξη της Βουλής για την εκλογή του Ανώτατου Άρχοντα και την αναθεώρηση του Συντάγματος και η εκδίκαση των αδικημάτων του Πρωθυπουργού και των Υπουργών. Η σχέση μεταξύ των δύο παραγόντων της νομοθετικής εξουσίας ήταν τέτοια, ώστε να υφίσταται υπεροχή της Βουλής κατά την κατάρτιση των νόμων, χωρίς η Γερουσία να καθίσταται απλό συμβουλευτικό όργανο. Εξάλλου, κοινοβουλευτική ευθύνη των Υπουργών υπήρχε μόνο έναντι της Βουλής και όχι της Γερουσίας. Έτσι, η κυβέρνηση έπρεπε να απολαμβάνει μόνο της εμπιστοσύνης της Βουλής.

Η Γερουσία αποτελείτο από 120 μέλη, εκ των οποίων τα 92 εκλέγονταν με καθολική ψηφοφορία, τα 18 από επαγγελματικές οργανώσεις και τα 10 από τη Βουλή και τη Γερουσία σε κοινή συνεδρίαση («αριστίνδην»). Η θητεία των γερουσιαστών ήταν εννεαετής και η σύνθεση της Γερουσίας έπρεπε να ανανεώνεται κάθε τρία χρόνια κατά το 1/3. Για να εκλεγεί κάποιος γερουσιαστής έπρεπε να έχει την ιδιότητα του έλληνα πολίτη, πλήρη πολιτικά και αστικά δικαιώματα και ηλικία τουλάχιστον 40 ετών.

Στις 21 Απριλίου 1929 έγιναν οι πρώτες γερουσιαστικές εκλογές, τις οποίες προκήρυξε η κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου. Οι βενιζελικές δυνάμεις («Κόμμα των Φιλελευθέρων », «Αγροτοεργατικό Κόμμα», «Προοδευτικοί», «Συντηρητικοί Δημοκρατικοί») θριάμβευσαν στην κάλπη, καθώς συγκέντρωσαν το 70,58% των ψήφων και εξέλεξαν συνολικά 78 γερουσιαστές. Η αντιβενιζελική παράταξη («Λαϊκό Κόμμα», «Ελευθερόφρονες», Ανεξάρτητοι Βασιλόφρονες) έλαβαν το 26,06% των ψήφων και συνολικά 12 έδρες. Το «Αγροτικό Κόμμα» με 1,66% των ψήφων εξέλεξε 2 γερουσιαστές, ενώ το ΚΚΕ με το 1,70% των ψήφων έμεινε χωρίς έδρα.

Οι βενιζελικοί επικράτησαν και στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου για την ανανέωση του 1/3 των εδρών της Γερουσίας, εκλέγοντας 26 από τους 30 γερουσιαστές. Πρώτος πρόεδρος της Γερουσίας εξελέγη ο Αλέξανδρος Ζαΐμης και ακολούθησαν οι πρώην στρατιωτικοί Λεωνίδας Παρασκευόπουλος και Στυλιανός Γονατάς.

Η Γερουσία καταργήθηκε την 1η Απριλίου του 1935, μετά την έκρηξη και καταστολή του βενιζελικού στρατιωτικού κινήματος του 1935, που επεδίωκε την επάνοδο στην εξουσία του Ελευθέριου Βενιζέλου. Μετά την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου Β' και την επαναφορά του Συντάγματος του 1911 (Νοέμβριος 1935), η Γερουσία δεν ανασυστήθηκε, ως βενιζελικό δημιούργημα.