Τέλος εποχής

Η μεγάλη είσοδος του ξενοδοχείου ήταν ολότελα άδεια και σιωπηλή. Στην υποδοχή βέβαια καθόταν ένας ηλικιωμένος υπάλληλος μόνο, και στην πόρτα στεκόταν ο μικρός με τη στολή και τα χρυσά σιρίτια. Στεκόταν και περίμενε όπως πάντα. Ήταν ένα αγόρι μικρόσωμο ως δώδεκα χρονών, μελαχρινό, με δυο μαύρα μάτια σαν ελίτσες και μαλλιά μαύρα, αράπικα κατσαρά, που πλαισίωναν το κόκκινο κασκέτο χαριτωμένα.
Έξω έβρεχε. Έβρεχε πυκνά, ασταμάτητα, χωρίς θυμό, αλλά και με μια τέτοια επιμονή λες και είχε παρθεί τελειωτικά και αμετάκλητα η απόφαση να βρέχει για πάντα σε τούτο τον κόσμο, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Ο μικρός κοίταζε μέσα από το τζάμι και είχε ένα ύφος παραξενεμένο για ό,τι συνέβαινε. Ήταν σα να έλεγε δίχως λόγια: Εξηγήστε μου, εξηγήστε μου, παρακαλώ, γιατί πρέπει να στέκομαι όρθιος πίσω απ’ αυτή την πόρτα και να περιμένω, αφού κανείς δεν έρχεται, ούτε είναι πια δυνατό να ερθει. Το καλοκαίρι πέρασε. Ναι, τίποτα δεν
γίνεται και ούτε είναι δυνατόν πια να γίνει τίποτα. Το καλοκαίρι πέρασε. Σε λίγες μέρες θα κλείσουμε. Δεν είναι δυνατό να μένουμε ανοιχτοί για έναν πελάτη. Όσο και να πληρώνει καλά η Κυρία, θα κλείσουμε. Έτσι ακριβώς είχε πει ο Κούνελος στην Πεταλίδα. Ο Κούνελος ήταν ο Διευθυντής, η Πεταλίδα η τηλεφωνήτρια. Για όλους ο μικρός είχε βρει και από ένα παρατσούκλι και ένιωθε μια παράξενη χαρά, μια ευφορία απίθανη γι’ αυτά, σα να μεταχειριζόταν μια δική του γλώσσα, που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει και που τον εκτόνωνε τις ώρες της πολλής δουλειάς, τότε που φτάναν τα πούλμαν απανωτά με τα μπουλούκια τους τουρίστες και τρελαινόσουν από τις βαλίτσες και τα νούμερα. Όλοι τον φώναζαν, ένας πυρετός ήταν πάντα στο χωλ, και ο Κούνελος είχε ένα ύφος πρωθυπουργού λες και κρεμόταν η τύχη του κόσμου από τις αποφάσεις του. Τώρα είναι σκυφτός, μαζεμένος και κακομοιρούλης σαν τον περιπτερά της γειτονιάς. Μυστήρια πράγματα. Κι η Πεταλίδα τα ίδια. Το καλοκαίρι είχε άλλες δυο κοντά της για βοήθεια, τώρα καθόταν μόνη και έπλεκε δίχως να σηκώνει τα μάτια, θα έλεγες πως είχε αποκοιμηθεί. Τι γίνονται αλήθεια οι Πεταλίδες το χειμώνα; Κι ο Εχθρός; Ο εχθρός ήταν ο Γιάννης, το γκαρσόνι. Αυτός δεν είχε αλλάξει διόλου. Ήταν εχθρός μόνιμα, όμοια όπως το καλοκαίρι, τότε που η τραπεζαρία και τα σαλόνια ήσαν γεμάτα. Γι’ αυτό τον βάφτισε μέσα του «ο Εχθρός», απρόσωπα, γιατί δεν έμοιαζε ούτε με πράγμα, ούτε με ζώο, ούτε με φυτό για να του βρει παρατσούκλι. Τον φοβόταν όμως. Αυτό είναι βέβαιο. Από την πρώτη στιγμή τον φοβήθηκε. Φοβόταν τα μάτια του που έβλεπαν τα πάντα, και που είχαν κάτι ακαθόριστα σκληρό που κρυβόταν πίσω από ένα γλυκόπικρο ψεύτικο χαμόγελο. Δεν τον είχε μαλώσει ποτέ άδικα, ούτε τον είχε δείρει, αλλά ούτε και είχε νοιαστεί αν ζει ή αν νυστάζει ή αν δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του από την κούραση. Αναμφισβήτητα ήταν ο εχθρός. Έτσι θα τον έλεγαν μέσα τους και τα άλλα παιδιά που δούλευαν το καλοκαίρι στην τραπεζαρία. Τώρα έχει μείνει μόνος κι αυτός. Κόβει βόλτες και περιμένει μπρος στο ασανσέρ να κατέβει η Κυρία. Θα πέσει σαν το γεράκι επάνω της, θα την βοηθήσει, θα την πάει ως την πολυθρόνα της, θα κοψομεσιαστεί στις υποκλίσεις, θα σκύβει να της μιλάει στο αυτί, να μην τύχει και ακούσει κανένας άλλος τι της λέει.
Όλο το καλοκαίρι με τον κόσμο και τη φασαρία δεν το είχε σκεφτεί, δεν είχε προφτάσει να το συλλογιστεί. Τώρα όμως που ερήμωσε ο χώρος ο νους του δεν φεύγει από αυτό. Τ ι γίνεται ανάμεσα σ ’ αυτούς τους δύο; Η γριά κυρία με τα μπιχλιμπίδια και ο Εχθρός με τις ψευτοϋποκλίσεις άλλα τα λένε ψιθυριστά, άλλα δυνατά. Προχτές πήρε το αυτί του κάτι. Ήταν πίσω από την κολόνα και δεν τον βλέπανε και μιλούσαν κανονικά. Ρωτούσε εκείνη: «Πώς λένε την κοπέλα που ήρθε χθες; Από πού είναι; Γιατί ήρθε; Να μου τα φέρεις όλα καταλεπτώς, αλήθεια,
όχι παραμύθια, θα τα ελέγξω. Αλλιώς θα τα χαλάσουμε...» Εκείνος είχε διαλυθεί: «Στις προσταγές σας. Εμείς να τα χαλάσουμε; Τι είναι αυτά που λέτε;» Εκείνη γέλασε ευχαριστημένη. Άνοιξε το τσαντάκι της και του έδωσε ένα πεντακοσάρικο. Μάλιστα, ένα ολόκληρο πεντακοσάρικο. Από το νου του δεν φεύγει αυτή η σκηνή. Τί κρύβεται πίσω από όλα αυτά; Η μάνα του, βέβαια, του είχε πει σαν έπιασε δουλειά: «Θα κάνεις τη δουλειά σου, δεν θα μιλάς, θα κάνεις πως δεν βλέπεις και δεν ακούς. Πρόσεξε καλά. Να σπρώξουμε αυτούς τους δυο μήνες, να έχεις την ευχή μου, να μη χαλάς δεκάρα. Μόνο έτσι θα ξεχρεωθούμε».
Η δουλειά το καλοκαίρι είχε κέφι, και η στολή ήταν όμορφη. Όσο και να κουραζόταν δεν πρόφταινε να σκεφτεί τίποτα άσκημο. Μόνο τώ ρα, τούτη η ορθοστασία μέσα στη σιωπή και στη ερημιά τού είναι αφόρητη. Οι σταγόνες της βροχής που κυλάνε στο τζάμι σα να τον χαρακώνουν βαθιά μέσα του και τον πονάνε και δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τους ίσκιους, τη σιωπή, τις κλειστές πόρτες, τα βήματα, τα τριξίματα τα ανεξήγητα. Όλα αλλοιώνονται και γίνονται μυστήριο, φόβος και κίνδυνος. Η γριά κυρία μοιάζει με φάντασμα που κυκλοφορεί και γελάει και μιλάει αφύσικα και δίνει πεντακοσάρικα σα να είναι δεκάρες. Και η κοπέλα που ήρθε χτες μοιάζει σα να την ξέχασε εδώ ένα καλοκαιρινό πούλμαν πολύχρωμο, χαρούμενο, και αυτή ξέμεινε εδώ δίχως να το καταλάβει και όλο περιμένει και περιμένει, δεν ξέρει τι να κάμει και πώς να μιλήσει και πώς να δικαιολογήσει την παρουσία της.
Άνοιξε πίσω του η πόρτα του ασανσέρ. Να την βγήκε πρώτη η Δεσποινίς. Πώς να την λένε τάχα, Ελένη, Μαρία ή Ροδιά; Μάλλον το τελευταίο της πάει πιο καλά. Κράτησε την πόρτα ανοιχτή, ώσπου να βγει αργά-αργά και η Κυρία. Το μαύρο μπαστουνάκι να στηρίζεται. Τα σκουλαρίκια, τα δαχτυλίδια, τα περιδέραια, οι αλυσίδες να λάμπουν, λες και πάει σε χορό και το άρωμα που μένει και σε κάνει να καταλαβαίνεις ότι από δω πέρασε αυτή. Να το ξέρεις, να το θυμάσαι. Η δεσποινίς πίσω, με τη σκωτσέζικη φούστα, το μαύρο πουλόβερ και το σαστισμένο βλέμμα. Αυτήν παρακολουθούσε και δίχως να μπορεί να καταλάβει γιατί, είχε τόσο πολύ την έγνοια της. Ποιος θα της πει να μην περιμένει, ποιος θα της πει ότι έφυγε το καλοκαίρι; Έδωσε τα κλειδιά της στην υποδοχή. Κράτησε την καμπαρντίνα της σφιχτά.
«Βρέχει τόσο πολύ», έκαμε μόνη της... «Θα περιμένω εδώ. Αν με ζητήσουν στο τηλέφωνο, θα είμαι στο σαλόνι».
Στάθηκε κοντά στον μικρό και κοίταξε για λίγο τις σταγόνες που κυνηγιούνταν πυκνές πάνω στο τζάμι. Ο μικρός ένιωσε τα μάγουλά του να πυρώνουν. Μια αλλιώτικη αίσθηση τον τύλιγε με τούτη τη λυπημένη φωνή της. Ένιωθε πως θα μπορούσε για χάρη της να κάμει θαύματα. Θα μπορούσε να την προστατέψει αν χρειαζόταν, θα μπορούσε ακόμη και να σκοτώσει και να σκοτωθεί για χάρη της. Την παρακολουθούσε, περίμενε και δεν ήξερε πώς να εκφράσει όλα όσα ένιωθε.
Ο Εχθρός προχώρησε μπροστά, τελετουργικά και επίσημα. Άναψε τα φώτα όλα στο σαλόνι, βόλεψε την Κυρία στο τραπέζι σοβαρός, σα να επρόκειτο να σερβίρει μια βασίλισσα. Η μικρή έδειχνε σαστισμένη σαν έτοιμη να κλάψει. Η μεγάλη φλυαρούσε ασταμάτητα:
«Σας ενοχλεί η βροχή, αγαπητή μου;» ρωτούσε δίχως να περιμένει απάντηση, και η φωνή της, λιγάκι βραχνή, ηχούσε παράξενα στην άδεια αίθουσα. «Εμένα δεν με ενοχλεί διόλου. Ούτε καν στ’ αρθριτικά μου, λες και έχω γεννηθεί στη βροχή, όσο παράξενο και να φαίνεται αυτό στο βάθος, μ’ αρέσει αυτή η πυκνή βροχή, που είναι σα να τα διαλύει όλα, τα πάντα, ή πιο καλά σα να τα ενώνει όλα. Δεν ξεχωρίζεις πια τίποτα. Όλα ένα. Έχεις και εσύ αυτή την αίσθηση; Θυμάμαι πως έβρεχε έτσι ακριβώς όταν είχαμε δώσει έναν μεγάλο χορό. Τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Έπρεπε να σε σηκώσουν στα χέρια να σε βάλουν στο αμάξι. Εγώ ήμουν ντυμένη χιόνι, μπαλίτσα του χιονιού. Ξέρεις, άσπρη φουστίτσα με γούνα ολόγυρα και πον-πον άσπρα να κρέμονται από τη ζώνη, από τους ώμους... Εκείνος ήταν πειρατής. Μαύρη στολή, κόκκινο μαντίλι. Το ένα μάτι κρυμμένο σε κεφαλόδεμα μαύρο και μπότες ψηλές μαύρες. Ένα θαύμα! Μπορείς να το φανταστείς; Μαύρο, κόκκινο, κι εγώ στα χέρια του μια χιονάτη μπάλα. Μόνο αυτή τη στιγμή θυμάμαι. Ένα όνειρο... Να, έρχεται το τσάι. Ένα φλιτζάνι τσάι είναι ό,τι χρειάζεται για να μιλήσουμε. Δεν θέλεις να μιλάς εσύ; Δεν πειράζει, θα μιλάω εγώ! Έχω τόσα, τόσα πολλά να πω!»
Όχι, όχι, δεν ήθελε να μιλάει. Και είχε αρχίσει να ζαλίζεται από τη φλυαρία τούτης της γριάς που εννοούσε να την κρατάει κοντά της με τόση επιμονή, μα δεν μπορούσε να αντιδράσει, λες και είχε ολότελα παραδοθεί σε μιαν αβουλία καταλυτική. Ίσως θα ήταν πιο καλά να βγει έξω, να περπατήσει στη βροχή. Πώς το είπε αυτό, η βροχή που τα διαλύει όλα και τα ενώνει όλα; Ίσως θα έπρεπε να κάμει άλλη μια προσπάθεια, να τηλεφωνήσει πάλι. Μπορεί και να το ξέχασαν να του το
πούνε. Αηδίες. Ανοησίες. Και το γράμμα χάθηκε και το τηλεγράφημα δεν έφτασε; Γίνονται αυτά τα πράγματα; Μπορεί, όλα γίνονται. Γι’ αυτό αν κάνει άλλη μια προσπάθεια, ίσως... Θα είναι η τελευταία όμως. Το ορκίζεται πως πια θα είναι η τελευταία προσπάθεια. Αυτή η σκέψη της έδωσε μια κάποια σιγουριά. Σηκώθηκε απότομα:
«Με συγχωρείτε, πρέπει να κάμω ένα τηλεφώνημα...»
Στο τηλέφωνο της απάντησε η ίδια ξένη φωνή:
«Όχι δεν εγύρισε ο κύριος Δροσινός. Δεν ξέρω τι ώρα θα γυρίσει. Το τηλεγράφημά σας ελήφθη. Δεν μπορώ να ξέρω αν ο κύριος έλαβε γνώση. Ευχαριστώ. Παρακαλώ».
Το τηλεγράφημά της έλεγε: «Έρχομαι Ξενοδοχείο REX. Ανάγκη συναντηθούμε». Αυτό μόνο. Ήταν ψύχραιμο, σχεδόν υπηρεσιακό. Δεν έδειχνε ούτε υστερία, ούτε πανικό, ούτε απειλή. Ένα τηλεγράφημα για δουλειές. Γιατί λοιπόν αυτή η σιωπή; Ούτε ένα τηλεφώνημα, ούτε αυτό καν... Η σιωπή είναι μια απάντηση σαφής, εξαρτάται πώς θα την ερμηνεύσεις. Άρνηση; Κατάφαση; Διάλεξε, διάλεξε λοιπόν. Λίγο θάρρος για να αντιμετωπίσεις τον πειρατή. Όλοι μας κάποτε συναντάμε έναν πειρατή. Το πρόβλημα είναι πώς θα τον αντιμετωπίσουμε.
«Θέλετε τίποτα, δεσποινίς», την ρώτησε ο μικρός με το κόκκινο κασκέτο.
Του χαμογέλασε, γιατί πολύ της άρεσε έτσι που την κοιτούσε σαν σκλαβάκι που περιμένει τις προσταγές της:
«Όχι παιδί μου, ευχαριστώ. Αν με ζητήσουν μόνο στο τηλέφωνο έχε το νου σου. Θα είμαι στο σαλόνι, φώναξέ με αμέσως».
Γύρισε πάλι στη θέση της, λιγάκι πιο ανακουφισμένη. Κάθησε πάλι και ήπιε άλλο ένα φλιτζάνι τσάι και άκουγε για ώρα τις κουβέντες της ηλικιωμένης κυρίας. Μιλούσε ασταμάτητα για χορούς, για κοσμήματα, για έρωτες και για καζίνα. Μια απλοχεριά σε όλα, μια σπατάλη σε όλα, ένα παιχνίδι για όλα. Κερδίζω, χάνω, ποιος το ξέρει αυτό; Μονάχα έτσι αξίζει η ζωή. Και ο πειρατής να εμφανίζεται πάντα ο ίδιος, τίναξε την μπάνκα του Μόντε Κάρλο, έμεινε απένταρος, έφυγε με μια
παντρεμένη. Όλα τούτα ιστορημένα χωρίς καμιά λύπη ή νοσταλγία. Ήταν σαν να συνέβαιναν όλα αυτά τούτη τη στιγμή σε ένα παρόν αμετακίνητο, που δεν ήταν ποτέ μέλλον, και δε θα γινόταν παρελθόν, σα να μην υπήρχε χρόνος διόλου. Ίσως βέβαια να έφταιγε σ ’ αυτό και η βροχή που έπεφτε αδιάκοπη, επίμονη.
Αργά, πολύ αργά ήρθε τρέχοντας ο μικρός με το κόκκινο κασκέτο και της φώναξε όλο αγωνία αδικαιολόγητη και η φωνούλα του έσπασε τούτη την άχρονη ατμόσφαιρα:
«Στο τηλέφωνο, δεσποινίς, σας ζητάνε στο τηλέφωνο. Είπαν πως έχετε βγει, αλλά εγώ το άκουσα και είπα πως είσαστε στο σαλόνι και έτρεξα...»
Πετάχτηκε με ορμή και έτρεξε μη και δεν προλάβει. Ήταν ολόκληρη μια λαχτάρα, μια αγωνία, μια ευτυχία και δεν φαινόταν να τη νοιάζει που οι άλλοι βλέπαν αυτά και τα ερμήνευαν όπως ήθελαν.
Ο μικρός την ακολούθησε ως το θάλαμο του τηλεφώνου. Στάθηκε εκεί και περίμενε. Την είδε που φόρεσε βιαστικά την καμπαρντίνα της και πέρασε τρεχάτη από μπρος του δίχως να τον χαιρετήσει, δίχως καν να τον δει. Την κοίταξε σαστισμένος:
«Βρέχει πολύ, θα βραχείτε», είπε σιγά.
Ούτε που κοντοστάθηκε στην είσοδο. Έβαλε ένα μαντίλι στα μαλλιά της και έφυγε και διαλύθηκε στο μισόφωτο. Ίσως να ήταν το τζάμι που την έδειχνε έτσι, καθώς κυλούσε το νερό επάνω του αλλοίωνε τα σχήματα όλα, διέλυε το περίγραμμα, ώσπου τα ρουφούσε μια υγρή ασάφεια.
Τι θλίψη ήταν αυτή που πίεζε την ψυχή του! Δεν ήθελε να το παραδεχτεί βέβαια πως ήθελε να κλάψει δίχως αιτία, και δεν καταλάβαινε τι του συμβαίνει. «Μάνα μου», έκαμε σιγά, με σπαραγμό. «Αχ, μάνα μου». Όλα είχαν γίνει πάλι γύρω του φόβος, μυστήριο.
Τον ένιωσε πιο πολύ παρά τον είδε. Ένιωσε την παρουσία του πλάι του και η καρδιά του σφίχτηκε ακόμη πιο πολύ. Ο Γιάννης ο εχθρός στεκόταν και κοιτούσε τον έρημο δρόμο.
«Ε, μικρέ. Πώς τα πήγες εσύ από πουρμπουάρ;»
Δυσκολεύτηκε να βρει τη φωνή του, τόσο πολύ ένιωθε το φόβο να τον καθηλώνει ακίνητο και ανυπεράσπιστο. Κούνησε το κεφάλι του δειλά, προσπάθησε να πει κάτι σαν το: «Λυπήσου με, λυπήσου με. Τα δίνω όλα στη μητέρα μου, χρωστάμε», μα δεν έβγαινε κανένας ήχος.
«Αχ, φουκαριάρικο κι εσύ», συνέχισε ο άλλος. «Δεν βαριέσαι... Αν δεν ήταν και τούτη η γριά, κέρδος μηδέν παρ’ όλη τη δουλειά όλο το καλοκαίρι!»
Συνήρθε λίγο και τόλμησε να ρωτήσει:
«Είναι πολύ πλούσια;»
«Πλούσια; δεν λες τίποτα. Κάτι παραπάνω. Μόνο που δεν έχει με ποιον να μιλάει η κακομοίρα. Την βαριούνται οι δικοί της και οι ξένοι. Μα έχει αυτή τα λεφτά και δεν την παραδέχεται την ερημιά της. Πληρώνει! Άσ’τα να πάνε στο διάβολο. Εγώ καλά την έβγαλα μαζί της εφέτος. Να δούμε του χρόνου, αν τη φέρει και την απιθώσει ο γιος της πάλι εδώ, καλά την έχουμε... Άντε βρε κοροϊδάκι και εσύ, πες της δυο κουβέντες για το σχολειό σου, για τη μάνα σου. Κάτι θα σου δώσει. Θα δεις... Άντε, άντε γεια σου».
Ο Εχθρός μιλούσε σ ’ αυτόν και η φωνή του ήταν ανθρώπινη. Μήπως και δεν ήταν εχθρός; Πιο πολύ έμοιαζε τούτη την ώρα με δάσκαλο που μαθαίνει σε μαθητή το αλφαβητάρι της ζωής. Τον υπάκουσε, χωρίς να μπορεί να ξεκαθαρίσει τούτη την απορία, χωρίς να σκέφτεται τίποτα, και προχώρησε στο σαλόνι με τα πολλά φώτα και τους πολυελαίους.
Την είδε στη γωνία να κάθεται μονάχη, σαν θεότητα έρημη και ξεχασμένη από όλους. Είχε γείρει λίγο το κεφάλι και κοιμόταν. Στάθηκε και την κοίταζε πολύ προσεχτικά. Κοιμόταν, βέβαια. Ένα αδιόρατο χαμόγελο πλανιόταν στο πρόσωπό της και ήταν σχεδόν όμορφη να την κοιτάς. Τη λυπήθηκε, αδικαιολόγητα, και πισωπλάτησε στα νύχια μην την ξυπνήσει.
Ήταν πολύ νωρίς γι’ αυτόν. Άλλη φορά, του χρόνου ίσως θα μάθει, θα ξέρει πιο πολλά, δεν θα λυπάται. Θα την ξυπνήσει δίχως να φανεί και θα της μιλήσει, και οπωσδήποτε κάτι θα του δώσει μια και είναι τόσο πλούσια και τόσο έρημη. Τώρα καλύτερα να σταθεί πίσω από τη τζαμένια πόρτα να κοιτάζει τη βροχή και να περιμένει. Θα γυρίσει άραγε η δεσποινίς απόψε; Μήπως και κινδυνεύει τώρα που πύκνωσε το σκοτάδι;

Γαλάτεια Σαράντη
Γαλάτεια Σαράντη (1920 - 2009)

ελληνίδα συγγραφέας, η πρώτη γυναίκα που εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Βιογραφία

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Εγγραφείτε στο Newsletter μας για να λαμβάνετε κάθε μέρα στο email σας τα σημαντικότερα άρθρα του «Σαν Σήμερα .gr»


ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΜΕΛΟΥΣ

premium Γίνε συνδρομητής με μόλις 3 € / μήνα, στήριξε τον αγαπημένο σου ιστότοπο
και απόλαυσε premium περιεχόμενο, χωρίς διαφημίσεις!

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ