Λήθη

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε 
την πίκρα της ζωής. Όντας βυθίση 
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση, 
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και νάναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε 
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση· 
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίση, 
α στάξει γι᾿ αυτὲς δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιούν θολό νερό ξαναθυμούνται, 
Διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι, 
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δε μπορής παρά να κλαίς το δείλι, 
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν: 
θέλουν - μα δε βολεί να λησμονήσουν.